Από τα κοντόφθαλμα παιχνίδια με την κρίση ακρίβειας ή τους γεω-οικονομικούς χειρισμούς μέχρι τα 20/200 χρόνια που δεν γιορτάστηκαν

Οικονομική Επιθεώρηση, Φεβρουάριος 2022, τ.1015

AΝΑΛΥΣΗ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

 

Δεν έχει νόημα να στρέφεται κανείς στην «ελληνική ιδιαιτερότητα» προκειμένου να αναζητήσει την εξήγηση γιατί τόσο συχνά τα διδάγματα και του άμεσου ακόμη παρελθόντος δεν αρκούν για να προστατεύσουν από άγαρμπες προσγειώσεις σε ένα (κοντινό, πάλι) μέλλον. Πάντως, δεν μπορεί παρά να μελαγχολήσει όταν βλέπει, για παράδειγμα, την πρόδηλη αποκαρδίωση των υπεύθυνων από την άρνηση π.χ. της Fitch να αναβαθμίσει στο ξεκίνημα του χρόνου το αξιόχρεο της Ελλάδας σε ΒΒ+ (δηλαδή σε μία μόνο βαθμίδα κάτω από την πολυπόθητη επενδυτική), και τούτο παρόλες τις σαφώς θετικές παραδοχές του οίκου αξιολόγησης για τους ρυθμούς ανάπτυξης του 2021-23 και τα καλά του λόγια για τις προοπτικές επενδυτικής τόνωσης από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και για την πρόοδο απορρόφησης των «κόκκινων δανείων» του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Χρειάστηκε να αρκεσθούμε στην τροπή της προοπτικής/outlook από ουδέτερη σε θετική, όπως άλλωστε και προ μηνών διά χειρός Moody’s…

Σε πολύ πιο άμεσο πεδίο πολιτικής, η όλο και ισχυρότερη ανησυχία για τον χειρισμό του νέου κύματος οικονομικών επιπτώσεων από την πανδημία του κορονοϊού –το παράδοξο: το πέρασμα της «Όμικρον» μετά τη «Δέλτα» πάνω από την κοινότητα (και το σύστημα υγείας) αφήνει λιγότερο σκληρό αποτύπωμα, ωστόσο οι αντοχές στην οικονομία προκύπτουν λιγότερες– έφερε στην επιφάνεια αντανακλαστικά κακού παρελθόντος. Κανείς δεν διαφωνούσε ότι οι (εκ νέου) θιγόμενοι κλάδοι όχι απλώς δικαιούνται στήριξη, αλλά θα ήταν οικονομικά αυτοτραυματιστικό να αφεθούν στη μοίρα τους. Την ίδια δε στιγμή η συνειδητοποίηση –με το κλείσιμο της περασμένης χρονιάς με καταγραφή του πληθωρισμού στο 5,1% (και με Ευρωζώνη στο 5%, με ΗΠΑ να έχουν επιταχύνει ήδη στο 7%)– ότι εκείνο που τα νοικοκυριά ζουν ως «ακρίβεια» δεν έχει νόημα να ξορκίζεται ως παροδικό φαινόμενο, ούτε να επεξηγείται/explain away που λένε και οι Αγγλοσάξονες ως μονοδιάστατη επίπτωση των τιμών της ενέργειας ή του κλονισμού των εφοδιαστικών αλυσίδων λόγω της πανδημίας έφερε στο προσκήνιο τραγελαφικές καταστάσεις. Σε μιαν αναβίωση του «λεφτά υπάρχουν», που μπορεί να μην το είπε (ή: να μην το είπε έτσι) ο Γιώργος Παπανδρέου την παραμονή των Μνημονίων, πλην όμως έχει ριζώσει ως λογική στη συλλογική μνήμη, ανέβηκε αρμοδίως η προσδοκία για γενική ή πάντως για ευρεία μείωση του ΦΠΑ ώστε να ανακουφισθεί το καλάθι της νοικοκυράς· ή πάλι για μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης στην ενέργεια ώστε να αντισταθμισθεί η απογείωση των λογαριασμών. Χρειάστηκε δε άνωθεν «αυτοπυροσβεστική» παρέμβαση προκειμένου να προσγειωθούν οι προσδοκίες: δεν έχει νόημα, εδώ, η ονοματολογία των δημοσίως συζητούντων (ήταν πάντως συγκινητική η «συνάντηση» στις προτάσεις Αδώνιδος Γεωργιάδη με… Γιάνη [ένα «ν»] Βαρουφάκη, με «απέναντι» τον δύσμοιρο Χρήστο Σταϊκούρα, που έτρεχε τη 13η συνάντηση της ενισχυμένης εποπτείας, ή τον Θοδωρή Σκυλακάκη, που υπενθυμίζει ότι κάθε σημερινή στήριξη είναι αυριανοί φόροι), όσο η ευκολία με την οποία η δημόσια συζήτηση πάει πίσω – πίσω ακόμη κι από το 2010 και την πικρή εμπειρία των Μνημονίων.

Για να μην αφήσουμε να φύγει μια άλλη –πολύ μικρότερης εμβέλειας αλλ’ ίσως ακόμη πιο χαρακτηριστική– περίπτωση, ας ξαναδούμε τον τρόπο –ούτε καν την ουσία!– με τον οποίο πήγε να εφαρμοσθεί και παρευθύς ανακλήθηκε/διαγράφηκε/ξορκίστηκε μια νομοθετημένη ρύθμιση για τις περιπτώσεις σώρευσης συντάξεων χηρείας (ή, πάλι, αναπηρίας). Η νομοθετημένη ρύθμιση που πήγε να εφαρμοσθεί ήταν, οσάκις υπήρχε διπλή εθνική σύνταξη, η μία να περικόπτεται: ο σάλος στην κοινή γνώμη, ή πάντως στη μιντιακή/δημόσια συζήτηση, από την απόπειρα να εφαρμοσθεί ο –το ξαναλέμε: νομοθετημένος εδώ και χρόνια– κανόνας ήταν τέτοιος, ώστε σε τηλεοπτικό χρόνο η κίνηση εφαρμογής του κανόνα αυτού «μαζεύτηκε».

Τελευταίο χαρακτηριστικό σκαλοπάτι αυτού του είδους προσεγγίσεων: ενώ μέχρι πριν από λίγες μόνον εβδομάδες η –αποφασισμένη μετά από μεγάλη χρονοτριβή και με άκρα διαδικαστικότητα!– αύξηση του κατώτατου μισθού κατά μόλις 2% από 1/1/2022 εξηγείτο από τους αρμοδίους ως εξαντλούσα τα όρια αντοχής της οικονομίας (τι κι αν υποτίθεται ότι ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2021 ήταν 6-7-8%, τι κι αν ο κατώτατος είχε μείνει παγωμένος εδώ και δύο χρόνια), μόλις άρχισε να διαφαίνεται δημοσκοπική πίεση, προέκυψε αλλαγή πορείας στους κυβερνητικούς χειρισμούς. Ο πρωθυπουργός αυτοπροσώπως, διά τηλεοπτικής συνεντεύξεως, προανήγγειλε όχι μόνο σοβαρή περαιτέρω αύξηση του κατώτατου αλλά και κατά 3 μήνες νωρίτερα εφαρμογή του μέσα στο α΄ 6μηνο του 2022. (Η «λεπτομέρεια» ότι υποτίθεται πως προβλέπεται σειρά κλιμακωτών διαβουλεύσεων και διαδικασία τροϊκανής εμπνεύσεως μπήκε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, που θα ‘λεγε και ο Ανδρέας.) Περιέργως, δεν ακούστηκαν ισχυρές εκκλήσεις για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ορισμό του κατώτατου από την ΕΓΣΣΕ…

 

Τι σημαίνει –αληθινά όμως– «συγκρατημένη αισιοδοξία»

Ασφαλώς, η χρονιά που με τούτα και μ’ εκείνα ξεκίνησε προχωρεί με το στοίχημα που τέθηκε συλλογικά (από την κυβέρνηση αλλά και από μια κοινωνία κουρασμένη, πλην όμως και επιφυλακτική) για διαχείριση της πανδημίας σε μια λογική «τελευταίας φάσης». Η αλήθεια είναι ότι η κάθετη απογείωση κρουσμάτων γύρω από τις γιορτές συνοδεύθηκε από ταχύτατη υποχώρηση, αν και οι σκληροί δείκτες (ΜΕΘ/διασωληνώσεις/θάνατοι) έμειναν ψηλά.

Η μετάφραση αυτής της κατάστασης, μαζί και με το κύμα ακρίβειας, στην καθημερινότητα γίνεται με αρκετά διστακτικό τρόπο. Πάντως το ΙΟΒΕ είχε φροντίσει, ήδη στο κλείσιμο του 2021, να επισημάνει ελαφρά κάμψη της καταναλωτικής εμπιστοσύνης, που συμπαρέσυρε το συνολικό οικονομικό κλίμα (και τούτο παρά την αισιοδοξία σε λιανικό εμπόριο και βιομηχανία). Ο λόγος: η ανησυχία των νοικοκυριών για το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημά τους κάτω από την πίεση του επανεμφανισθέντος πληθωρισμού, αλλά και η αμφίβολη ακόμη επίδραση των μέτρων ανάσχεσης της πανδημίας – με τα αντισταθμιστικά μέτρα στήριξης που λαμβάνονται να συνειδητοποιείται ότι υστερούν σε ένταση σε σύγκριση με εκείνα των προηγούμενων φάσεων.

Τελικό εξαγόμενο; Η λεγόμενη «συγκρατημένη αισιοδοξία», όπου π.χ. η συνεχιζόμενη στήριξη της ΕΚΤ προς τα ελληνικά ομόλογα με την οποία αποχαιρετήσαμε το 2021 και το καλωσόρισμα του 2022 με το Eurogroup να ξεκινάει πορεία προς αναθεώρηση/χαλάρωση του ζουρλομανδύα του Συμφώνου Σταθερότητας, δίνει μια κάποια βάση. Αν μη τι άλλο με πιο ήπια μετάβαση προς τους στόχους χρέους (η πιο ριζοσπαστική πρόταση Πάολο Τζεντιλόνι για διαφοροποιημένους στόχους χρέους για τις επιμέρους χώρες της ΕΕ –Ιταλία και Ελλάδα, κυρίως– δεν δείχνει να περπατάει). Κρατήστε όμως προσεκτικά το «συγκρατημένη» στην αισιοδοξία: όταν στην Ελλάδα έχουμε 7% του ΑΕΠ δημοσιονομικό έλλειμμα στην έξοδο από το 2021 και εκ νέου άνοιγμα του εμπορικού ισοζυγίου (παρά την τόνωση των εξαγωγών), οι μνήμες της παγίδας των προ δεκαετίας δίδυμων ελλειμμάτων είναι λάθος να σβήνουν.

 

Η ρηχή μνήμη γύρω από τα 20/200 χρόνια

Βέβαια, η μνήμη δεν είναι κάτι πολύ ευπρόσδεκτο υπό ελληνικές συνθήκες. Αρκεί να δει κανείς πόσο συγκρατημένος υπήρξε ο εορτασμός για την –όσο και να το κάνουμε σημαντική!– 200ετηρίδα από την Επανάσταση του Εικοσιένα. Η αλήθεια είναι πως η πανδημία λειτούργησε αποστρατευτικά· αλήθεια επίσης είναι ότι υπήρξε πλημμυρίδα εκδόσεων και κάποιες επίσημες εκδηλώσεις· καθώς δε Έλληνες είμαστε και παραμένουμε, δεν έλειψαν και οι αντιπαραθέσεις (μέχρι τσακωμού…) για πτυχές και για νοήματα και για σημασίες. Πάντως εορταστικό, συνεγερτικό, συλλογικό κλίμα δεν υπήρξε. Να δούμε τώρα και την –πολύ πιο δύσκολη– επέτειο 100 ετών από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Όμως, ως κατακλείδα, αξίζει ακόμη περισσότερη αναζήτηση για το πώς και έμειναν τόσο περιορισμένες οι συζητήσεις ουσίας για ένα πιο πρόσφατα γεγονός: τα 20 χρόνια ευρώ. Μόνον από Κώστα Σημίτη υπήρξε –από πλευράς επίσημου λόγου– ουσιαστική αναφορά: «Στην επιτυχία φθάσαμε με συστηματική προσπάθεια της κυβέρνησης και ολόκληρης της κοινωνίας»· «ήταν μια σωστή επιλογή, στη σωστή συγκυρία»· «το ευρώ ήταν το πρώτο βήμα στο εγχείρημα της Ενωμένης Ευρώπης». Η συνέχεια των πραγμάτων, η ανώμαλη προσγείωση των Μνημονίων με την απώλεια του ¼ του ΑΕΠ σε λίγα χρόνια, ή πάλιν οι τοποθετήσεις Ζακ Ντελόρ, Ζισκάρ ντ’ Εστέν, Χέλμουτ Σμιτ (διόλου ανθΕλλήνων…) για λάθος ή για χρονικά άστοχη ένταξη στην Ευρωζώνη θα άξιζε να είχαν αν μη τι άλλο συζητηθεί. Όμως, ίσως η περιπέτεια της ζωής εντός ευρώ ήταν τόσο έντονη –με αιχμή το παρ’ ολίγον Grexit του 2012 κι ακόμη περισσότερο του 2015– ώστε λειτουργεί ένας μηχανισμός απώθησης.