Διαβάζοντας λίγο περισσότερο τη μελέτη ΙΝΕ/ΓΣΕΕ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Μας παρατηρήθηκε ότι, στο χτεσινό σημείωμα που αφορούσε την αντιπαράθεση πληθωρισμού/βιωμένης ακρίβειας, κυβερνητικών μέτρων στήριξης και αγριωπής απώλειας της αγοραστικής δύναμης, κάπως τσιγκουνευτήκαμε την αναφορά στην – σημαντική, εντελώς πρόσφατη – μελέτη του Ινστιτούτου Εργασία της ΓΣΕΕ, η οποία ακριβώς ανέδειξε την καταβύθιση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων. Ως οικονομικό μέγεθος και ως κοινωνικό φαινόμενο.

Είναι αλήθεια ότι η συγκεκριμένη μελέτη ΙΝΕ/ΓΣΕΕ πήγε πολύ πιο μακριά από προηγούμενες προσεγγίσεις. Πέρα, δηλαδή, από την απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου μισθού που ήδη μνημονεύσαμε – πέρα και από την κλιμακωτή μείωση ανά εισοδηματικά επίπεδα (ένα σοκαριστικό 40% απώλειας για όποια νοικοκυριά βρίσκονται με μηνιαίο εισόδημα κάτω των 750 ευρώ, που αποκλιμακώνεται σε μειώσεις μέχρις 9% όσο τα εισοδήματα ανεβαίνουν – και μέχρι τα 3.500 ευρώ/μήνα).

Πράγματι, η μελέτη έρχεται να μιλήσει – με στοιχεία – και για την συμπεριφορά του ΜΕΣΟΥ μισθού, τον οποίο βρίσκει να μειώνεται τόσο σε πραγματικούς (δηλαδή μετά την επίδραση του πληθωρισμού), όσο και σε ονομαστικούς όρους. Η πραγματική υποχώρηση πλησίαζε (το α΄ 3μηνο του 2022) το -4,5%, ενώ η ονομαστική το -12%. Πέρα από την πίεση του πληθωρισμού στα εισοδήματα – προσοχή! πριν την τελευταία έκρηξή του στα μέσα της χρονιάς – η μελέτη δείχνει και προς την κατεύθυνση της αύξησης που παρατηρείται στην απασχόληση στα χαμηλότερα μισθολογικά κλιμάκια. Κάτι που, θα προσθέταμε, έρχεται μετά την πολυετή Μνημονιακή αποσάθρωση της αγοράς εργασίας…

Σε μια γενικότερη, τώρα, θέαση των πραγμάτων αυτή η μείωση των πραγματικών μισθών, μαζί και με την σχετική στασιμότητα της απασχόλησης, οδηγεί σε σχετική υποχώρηση του μεριδίου των μισθών στο συνολικό ΑΕΠ, με αντίστοιχη αύξηση του μεριδίου των κερδών. Ήδη πριν την εμφάνιση/εγκατάσταση του πληθωρισμού, το μερίδιο των μισθών υποχωρούσε, ύστερα όμως κατρακύλησε.

Περνώντας τώρα, σε ανάλυση του πώς η κατανομή των δαπανών στα φτωχότερα και πλουσιότερα τμήματα του πληθυσμού (κατώτατο και ανώτατο 5ημόριο, δηλαδή το κατώτατο 20% και το ανώτατο 20%), συνδυασμένη με την ανά κατηγορία δαπανών επίπτωση του πληθωρισμού, βλέπουμε στην μελέτη ΙΝΕ/ΓΣΕΕ να αποτυπώνεται πρόσθετη ανισότητα μεταξύ των νοικοκυριών. Αυξάνεται η απόσταση της επίδρασης που έχει η ακρίβεια μεταξύ φτωχότερων και πλουσιότερων νοικοκυριών: 4,4 ποσοστιαίες μονάδες άνοιγμα τον Σεπτέμβριο 2022, σε σύγκριση με 3,8 μονάδες πριν ένα χρόνο. Αυτό μεταφράζεται σε ταχύτερη διάβρωση του πραγματικού εισοδήματος, συνεπώς και της αγοραστικής δύναμης των φτωχότερων νοικοκυριών. Μεγαλύτερη είναι η ανισότητα πληθωρισμού άμα στραφεί κανείς στην επιμέρους ομάδα που αποτελούν οι άνεργοι (κύριο πλήγμα το κόστος της ενέργειας, εδώ). Ενώ ανάλογη εικόνα καταγράφεται και προκειμένου περί των συνταξιούχων.

Σαν κατακλείδα, μια ματιά και στην ανισότητα πλούτου η οποία – αναμενόμενο! – δεν παύει να επιδεινώνεται. Κατά την μελέτη ΙΝΕ/ΓΣΕΕ, το φτωχότερο 40% του πληθυσμού κατέληγε ήδη το 2019 να κατέχει μόλις 4,5% του συνολικού πλούτου (έναντι 6,5% που κατείχε το 2009). Την ίδια περίοδο, το πλουσιότερο 10% πέρασε σε 41,3% του συνολικού πλούτου από 38,8%. Εδώ, δε, έχουμε την επίπτωση της δεκαετίας της κρίσης, προτού δηλαδή μας «επισκεφθεί» το τωρινό κύμα του πληθωρισμού αλλά και προτού γράψουν τα στοιχεία οι επιλογές πολιτικής της τελευταίας 3ετίας.

Η κατακλείδα ΙΝΕ/ΓΣΕΕ σχετικά ψύχραιμη: «η διπλή ανισότητα, από πλευράς εισοδημάτων και πλούτου και από πλευράς πληθωριστικής δαπάνης, επιδεινώνει τις συνθήκες διαβίωσης σημαντικής μερίδας των πολιτών υποσκάπτοντας την κοινωνική  συνοχή»

Δαπάνες κοινωνικής πρόνοιας και στοχευμένα επιδόματα κοινωνικής προστασίας;  Φορολογικές προσαρμογές για τα είδη πρώτης ανάγκης; Επαρκής αύξηση του κατώτατου; Διάχυση της αύξησης στα υψηλότερα κλιμάκια; Επαναφορά στον κεντρικό/κομβικό ρόλο των συλλογικών συμβάσεων εργασίας; Οι προτάσεις πολιτικής ασθμαίνουν πίσω από τις εξελίξεις.