Το δημογραφικό, πέρα από μεγαλοστομίες και αγαθές προθέσεις

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τα πραγματικά μεγάλα θέματα, και μάλιστα εκείνα που σημαδεύουν τις κοινωνίες, δημιουργούν συχνά (αν όχι πάντα…) τον πειρασμό της μεγαλόστομης αναφοράς σ’ αυτά. από δίπλα,  τον πειρασμό των «μεγάλων» κινήσεων, των εξαγγελιών μέτρων και πολιτικών που εκφράζουν σωστές διαγνώσεις και καλές προθέσεις. Και ύστερα, όταν σβήσουν τα φώτα, τα πράγματα αφήνονται στον συνήθη ρυθμό τους, και μένει πίσω μόνο η ικανοποίηση του «τα είπαμε σωστά».

Πάντως το δημογραφικό, που μέσα στην αντάρα της βιωμένης ακρίβειας και της αναζήτησης μέτρων στήριξης, με φόντο την μείζονα κρίση στα ΕλληνοΤουρκικά και με περιβάλλουσα την ανερχόμενη εκλογολογία, ήταν ενδιαφέρουσα έκπληξη ότι απασχόλησε μια σοβαρή συζήτηση χθες, όταν αναγορεύθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη σε «εθνικό υπαρξιακό ζήτημα», έκφραση που έχει μέσα της ακριβώς το στοιχείο της μεγαλοστομίας, κάπως κατάφερε να μην ακουστεί ούτε προσχηματικά, ούτε ρηχά. Αλλά να πείσει ότι η συζήτηση που επιχειρείται να ανοίξει – διαθέτει, σ’ αυτήν την συγκυρία – έχει ένα στοιχείο γνησιότητας.

Γιατί το λέμε αυτό; Επειδή, πρώτα-πρώτα, ως Πρωθυπουργός αλλά και ηγέτης – σήμερα – του συντηρητικού χώρου (όσο κι αν ασπάζεται το δόγμα του τέλους της διάκρισης Δεξιάς-Αριστεράς/συντηρητισμού-προοδευτισμού) δεν δίστασε να πει: «η πιο φλέγουσα διάσταση δεν είναι ότι δήθεν θα εξαφανισθεί το Ελληνικό έθνος». αντιθέτως, διέγνωσε/διακήρυξε ότι ο πρωταρχικός κίνδυνος είναι «η μείωση των οικονομικά ενεργών πολιτών». (Αργότερα, από τον Νίκο Βέττα του ΙΟΒΕ και τον Αλέξη Πατέλη του Πρωθυπουργικού Γραφείου καταγράφηκαν τα σοκαριστικά στοιχεία: μόλις 37% των Ελλήνων σήμερα βρίσκονται με απασχόληση, ενώ το 1/3 των νέων παραμένουν άνεργοι, όσο κι αν τα στοιχεία για την ανεργία της εποχής των Μνημονίων βελτιώνονται, όσο κι αν επιχειρήσεις του τριτογενούς διαμαρτύρονται ότι δεν βρίσκουν εργαζόμενους – παράδειγμα ο τουριστικός κλάδος, μέσα σε μια κατά γενικήν ομολογία δυναμικά εξελισσόμενη τουριστική σαιζόν 2022). Ίσως ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, ως προερχόμενη από επικεφαλής συντηρητικού χώρου, η ανακίνηση – προσοχή!, ως βασικής συνιστώσας  αντιμετώπισης του δημογραφικού – της ενσωμάτωσης μεταναστών στον οικονομικό και κοινωνικό ιστό: «να ανανεωθεί μια χώρα μεσηλίκων που γεννά λίγα παιδιά με ανθρώπους νεότερους, που ασπάζονται τις αξίες της θέλουν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους σ’ αυτήν». Επιλέγοντας συνειδητά να βαδίσει σε κάτι που για τους συντηρητικούς πολίτες αποτελεί ναρκοπέδιο, αν μη ανάθεμα, ο Κ. Μητσοτάκης πήρε βέβαια την προφύλαξη να διευκρινίσει ότι μιλούσε για «ώριμη και – κυρίως – συνειδητή ένταξη αλλοδαπών στην Ελληνική κοινωνία», συν να διευκρινίσει ότι εκείνο που σκέφτεται η σημερινή Κυβέρνηση είναι η πιλοτική σύναψη διακρατικών συμφωνιών για την οργανωμένη μετάκληση εργατικού δυναμικού. (Εδώ… σαν να στάθηκε επιφυλακτικότερος της δημόσιας διαχείρισης που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη: η συμφωνία με Μπαγκλαντές για εργάτες γης βρίσκεται στην τελική ευθεία, η διεύρυνση της συμφωνίας με Αίγυπτο παρομοίως).

Ενώ η έκκλησή του για «παραίτηση από κάθε κομματική οπτική για συστράτευση όλων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων της χώρας» δείχνει ότι και συνολικά στο δημογραφικό, και ιδιαίτερα στο θέμα της ενσωμάτωσης αλλοδαπών έχει προχωρήσει την σκέψη του – ακόμη περισσότερο η αναφορά ότι «δεν μπορεί να αφεθεί περιθώριο για φαινόμενα εργασιακού Μεσαίωνα απέναντι σε ευάλωτους ξένους εργαζόμενους» ή και η προβολή του παραδείγματος των Αλβανών μεταναστών των προηγούμενων δεκαετιών ως θετικής εμπειρίας. (Έχει ένα πολιτικό ρίσκο, να μιλάς έτσι προς το πολιτικό/κοινωνικό κοινό της Ν.Δ./του δεξιού πολιτικού φάσματος).

Η γενικευμένη αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα – όχι μόνον τα κυβερνητικά έδρανα – ούτως ή άλλως κινείται σήμερα σε προεκλογικούς ρυθμούς, έκανε το άλλο τμήμα αυτής της διοργάνωσης (θάλεγε κανείς: προβληματισμού στα μακροπρόθεσμα) να ηχεί κάπως ρηχότερα: ανακοίνωση για την επέκταση του ωραρίου παιδικών σταθμών και ολοήμερων δημοτικών μέχρι τις 6 το απόγευμα, διαμόρφωση χώρων φύλαξης βρεφών στις επιχειρήσεις (πειραματικά: σε 120 μεγάλες, με χρηματοδότηση από Ταμείο Ανάκαμψης), προώθηση «νταντάδων της γειτονιάς», όλα αυτά δε με συγκεφαλαίωση των μέτρων που η Κυβέρνηση θεωρεί ότι ήδη δείχνουν μέριμνά της (αφορολόγητο 1000 ευρώ κάθε παιδί, ενίσχυση 2000 ευρώ για κάθε νέα γέννα, χαμηλός ΦΠΑ στα βρεφικά είδη). Σε σύγκριση με το τι σημαίνει να μεγαλώνεις παιδιά στην Ελλάδα των 1,4 γεννήσεων σε κάθε ζευγάρι, έναντι του «αναγκαίου» 2,1 παρόμοια μέτρα αποτελούν ασπιρίνη. Ομοίως οι γενναίες αλλά ρητορικές αναφορές – Μητσοτάκη και φον ντερ Λάιεν, με τηλεπαρουσία – περί επιστροφής των νέων του  brain drain. στους τελευταίους αυτούς, δεν ήταν πολύ καλά ζυγιασμένο το να γίνει αναφορά στο πόσο πληγώνει η αίσθηση βαθύτερης αναξιοκρατίας που κρατάει τα καλύτερα μυαλά μακριά από την Ελλάδα, λίγες μόνον εβδομάδες αφότου έγινε ευρύτερα γνωστή η υπερπροθυμία της πολιτικής ελίτ να «προωθεί» (αξιοκρατικά, βέβαια) τα δικά της παιδιά σε ενδιαφέρουσες θέσεις, από Βρυξελλών μέχρι πρότυπου Ελληνικού land development.

Άμα σταθεί κανείς λίγο περισσότερο στην συνεισφορά του Νίκου Βέττα/ΙΟΒΕ στον προβληματισμό αυτό, θα καταγράψει δικές του αναφορές στις δαπάνες για οικογενειακές πολιτικές στην Ελλάδα που «είναι πολύ χαμηλές». Αν ήταν κάτι να λειτουργήσει, αυτό θα ήταν η πραγματική γενίκευση της προσχολικής αγωγής, που η έλλειψή της κάνει μόλις 6 στις 10 γυναίκες με μικρά παιδιά να εργάζονται. Πάντως, ο ίδιος είδε το θέμα και από την αντίστροφη πλευρά: το χαμηλό μέχρι και σήμερα – ποσοστό συμμετοχής γυναικών στην αγορά εργασίας σημαίνει ότι υπάρχει εκεί, διαθέσιμη «μια δεξαμενή εργατικού δυναμικού», η οποία βέβαια χρειάζεται ουσιαστική στήριξη για να προσέλθει.

Σημειωτέον ότι από τον ίδιο Νίκο Βέττα προσήλθε και μια άλλη, εξίσου σημαντική και μελλοντοστραφής επισήμανση: ότι, την ίδια στιγμή που στην Ελλάδα ζούμε την μετατόπιση της συμμετοχής στην αγορά εργασίας προς όλο και μεγαλύτερες ηλικίες (με όλα όσα αυτό σημαίνει…), προκύπτει και πρόβλημα με την μακροχρόνια φροντίδα των ηλικιωμένων. Αυτή η «γήρανση μέσα στην γήρανση», με την εν πολλοίς έλλειψη χώρων μακροχρόνιας φροντίδας, που βαραίνει σημαντικά τις οικογένειες, αποτελεί μια ακόμη ωρολογιακή βόμβα στα ήδη αδυνατισμένα θεμέλια.

Αν οι οργανωτές «Δημογραφικό 2022, η Μεγάλη Πρόκληση» είχαν το θάρρος, θα μπορούσαν να είχαν αναρτήσει στην είσοδο της Μεγάλης Βρετανίας ως πανό την σοφή διατύπωση του Γιάννη Σπράου: «Δεν γεννάμε αρκετά, αλλά και δεν πεθαίνουμε αρκετά».