Μια αμφίθυμη ξενάγηση στην επιταχυνόμενη νομισματική σύσφιξη

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ακολουθώντας η ΕΚΤ την Αμερικανική Fed με κάποιους μήνες καθυστέρηση στην καμπύλη αντιπληθωριστικής παρέμβασης με το εργαλείο επιταχυνόμενης κλιμάκωσης των επιτοκίων (αφού πρώτα στέρεψε την παροχή ρευστότητας με τον τερματισμό της ποσοτικής χαλάρωσης/αγοράς ομολόγων, ευτυχώς αφήνοντας ένα παραθυράκι για τις πιο αδύναμες οικονομίες), προσήλθε στην αναγκαστική αποδοχή του κόστους από την προσπάθεια προσγείωσης του ανερχόμενου πληθωρισμού. Στο 9,1% τον Αύγουστο για την Ευρωζώνη (στις ΗΠΑ η κορύφωση ήρθε τον Ιούνιο – επίσης με 9,1%… – με τον Ιούλιο να βρίσκεται εκεί ήδη σε 8,5%). Τις τελευταίες ημέρες πριν την κατά 0,75%/75bps αύξηση του κεντρικού επιτοκίου της ΕΚΤ, από το 0,5% στο 1,25%, είχαν εγκαταλειφθεί και οι τελευταίες αντιστάσεις για μια αργή/προοδευτική κλιμάκωση (που θα είχε σημάνει ένα βήμα αύξησης κατά 0,5%) με τις οποίες αντιστάσεις τασσόταν και ο ημέτερος Γιάννης Στουρνάρας. Οι αγορές είχαν πάντως ήδη «γράψει»/ενσωματώσει στις προβλέψεις τους την αύξηση αυτή – στην τελική ευθεία είχαν υπάρξει μέχρι και φήμες για αύξηση κατά 1 ποσοστιαία μονάδα – που είναι η μεγαλύτερη 11ετίας, ενώ η πορεία των τελευταίων μηνών είδε την ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου να πέφτει για πρώτη φορά στην 20ετή ζωή του νέου νομίσματος κάτω από την μονάδα. (Η τελευταία αυτή διάσταση, με όλα όσα σημαίνει για εισαγόμενο πληθωρισμό – ιδίως όσον αφορά τις εισαγωγές ενέργειας – σε μια περιοχή του κόσμου που είχε συνηθίσει στα οφέλη του ισχυρού νομίσματος, ας μην υποτιμηθεί).

Οι αναλογίες με την αιχμή της νομισματικής πολιτικής Τρισέ (στο πηδάλιο της ΕΚΤ όταν βάθαινε η κρίση της Ευρωζώνης το 2011, οπότε είχε πρωτοστατήσει σε δυο διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίου επιδεινώνοντας την ήδη επικίνδυνη ισορροπία και οδηγώντας την Ευρωζώνη ένα βήμα πριν την διάλυσή της, από την οποία την διέσωσε το «Whatever it takes» του Ντράγκι: μην ξεχνούμε…) δεν είναι ακριβείς. Το τωρινό πληθωριστικό κύμα έχει εν πολλοίς εξωγενείς πηγές. Η Ευρωζώνη, πάντως, θα φλερτάρει τώρα μέχρι και με την ύφεση – και , μάλιστα, με τις νέες αυξήσεις επιτοκίων που βρίσκονται σε ορατό ορίζοντα καθώς ο στόχος της νομισματικής σταθερότητας, δηλαδή το +/- 2% σε βάθος χρόνου, δεν φαίνεται ότι θα επιτευχθεί πριν το 2024 ακόμη κι αν «όλα» πάνε καλά. Ιδίως δε με την Γερμανία και τις χώρες της στεφάνης της, από Πολωνία μέχρις Ιταλία, να οδηγούν την πτώση καθώς οι βιομηχανίες τραυματίζονται αμεσότερα από την εκτόξευση του ενεργειακού κόστους. Για την χρονιά που έρχεται, στο σύνολο της Ευρωζώνης ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται κάτω του 1% – ενώ στην Γερμανία οι περισσότερες πιθανότητες είναι να περάσει σε ευθέως αρνητικό έδαφος τέλη του 2022/αρχές 2023.

Ας σημειωθεί ότι, στις δηλώσεις Λαγκάρντ για την τελευταία κίνηση της ΕΚΤ, η πρόβλεψη για το ύψος του πληθωρισμού φέτος (σύνολο έτους) ήταν 8,1% , για το 2023 ένα 5,5%, με προσγείωση μόλις το 2024 σε 2,3%. Γι’ αυτό και προαναγγέλθηκαν στην ουσία πρόσθετες αυξήσεις επιτοκίων – πιθανόν και πάλι κατά 75bps τον Οκτώβριο, συν άλλες δυο κατά μισή μονάδα τους επόμενους μήνες. Με σταθερή την επισήμανση ότι, πλέον, όλα εξαρτώνται από την καμπύλη που θα διαγράψει η ενεργειακή κρίση. «Κρίση τιμών, αλλά κυρίως εφοδιασμού»: διόλου τυχαίο, η απόφαση του 25μελούς ΔΣ της ΕΚΤ για την καμπή στην νομισματική πολιτική γινόταν στην σκιά της προαναγγελίας για επιβολή Ευρωπαϊκού πλαφόν στην τιμή του Ρωσικού, ειδικά, φυσικού αερίου (μέχρι και η Ελλάδα εναντιώθηκε!), πράγμα που οδηγεί στην διακοπή παροχής από την Gazprom προς την Ευρώπη – πλην ανατροπής ή αναδίπλωσης. Κάτι τέτοιο εγκαθιστά τους πάντες στην αβεβαιότητα, όπως προειδοποιούσε η Κρ. Λαγκάρντ στην συνέντευξη/παρουσίαση της πολιτικής της ΕΚΤ. Ή μάλλον, όπως ήταν το σχόλιο βετεράνου παρατηρητή, «στην βεβαιότητα της απρόβλεπτης, πλέον, εξέλιξης». (Ο εφιάλτης του κεντρικού τραπεζίτη, αυτός).

Το πιο προχωρημένο ερώτημα, τώρα, είναι αν και κατά πόσον η ορθόδοξη αυτή νομισματική διαχείριση, δια του ακριβού χρήματος, πέρα από την πίεση/τον πόνο στην παγκόσμια οικονομία (που θα τον εισπράξει σε λίγο και η Ελλάδα, όσο κι αν τώρα λόγω υπηρεσιών/τουρισμού «κρατιέται» συγκριτικά καλά), θα έχει και αποτέλεσμα.

Πράγματι, ο σταδιακά εγκαθιστάμενος στις προσδοκίες πληθωρισμός, που έχει σπείρει κάτι σαν πανικό στους χειριστές (και) της νομισματικής πολιτικής, προδήλως προέρχεται από το σκέλος της προσφοράς – από την ακρίβεια (και, ήδη, την προοπτική ελλείψεων) των ενεργειακών προϊόντων. Αν ήταν να υπάρξει δραστική αντιμετώπιση – και ιδίως αν ήταν να αντιμετωπισθεί η πολιτικά προαποφασισμένη αποκοπή των Ρωσικών ενεργειακών πόρων –  θα αναμένονταν μεγάλες/πολύ μεγάλες και όσο γίνεται άμεσες επενδύσεις υποκατάστασης. (Ειρωνεία της ιστορίας: σ’ εμάς, αυτό θα σήμαινε άνοιγμα των ενεργειακών πεδίων νοτίως της Κρήτης – που συνεχίζουν, παρά τις διαβεβαιώσεις, να είναι στο ψυγείο. Ή θα σήμαινε, στην άλλη άκρια του φάσματος, άνθηση των ηλιακών πάνελ και των μικρών συστάδων ανεμογεννητριών – που, «φυσικά», πνίγονται και θα πνίγονται στις διαδικασίες αδειοδότησης). Πλην όμως, παρόμοιες επενδύσεις σε ένα περιβάλλον ταχύτατης αύξησης των επιτοκίων, θέλει περισσή φαντασία για να το δει κανείς να συμβαίνει. Ή, πάλι, θέλει μεγαλύτερη ανοχή στο χτίσιμο χρέους!

Πέρα απ’ αυτό, όμως, η σημερινή δομή των αλυσίδων αξίας δημιουργεί – όπως παρατηρεί αιχμηρά ο Τζόζεφ Στίγκλιτς – προβλήματα με την ευρύτερη αύξηση του κόστους στο μέτρο που η αύξηση της τιμής των βασικών προϊόντων συμπαρασύρει προς τα πάνω τα περιθώρια των ενδιαμέσων σταδίων (που, τελικά, ωθούν προς τα πάνω τις τελικές τιμές, και ανατροφοδοτούν τον πληθωρισμό). Και, κερασάκι!, η αύξηση του κόστους της στέγης μέσω της αύξησης του κατασκευαστικού κόστους στις νέες κατοικίες (και των μετατροπών για εξοικονόμηση ενέργειας), σε αυτήν ακριβώς την ευαίσθητη στροφή των πραγμάτων.

Τα δυο αυτά τελευταία – η αύξηση περιθωρίων και η αύξηση του κατασκευαστικού κόστους – κινδυνεύουν να κάνουν την αντιπληθωριστική κίνηση της αύξησης των επιτοκίων να απειλεί, κατά Στίγκλιτς, το αντιδιαμετρικό αποτέλεσμα. Το καταγράφουμε, αν μη τι άλλο, γιατί και τα δυο (περιθώρια και γιαπί) είναι πολύ ευαίσθητοι παράγοντες υπό Ελληνικές συνθήκες για την εγκατάσταση πληθωριστικών προσδοκιών.