Όταν οι παρακολουθήσεις στην Ελλάδα συνεχίζουν να συγκεντρώνουν έξωθεν ενδιαφέρον

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Διαδίδεται μια κυνική ικανοποίηση, με το γεγονός ότι τα θέματα παρακολουθήσεων/υποκλοπών/«επισυνδέσεων» δεν απασχολούν και τόσο την κοινή γνώμη, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις (με τις οποίες ούτως ή άλλως θα μετράμε τους μήνες και τις βδομάδες μέχρι τις κάλπες του 2023). Πάντως την απασχολούν πολύ λιγότερο, την κοινή γνώμη, απ’ ό,τι τα θέματα της ακρίβειας ή η απειλή των ΕλληνοΤουρκικών. Μάλλον είναι κοντόφθαλμη αυτή η προσέγγιση και τούτο χωρίς να χρειάζεται καν να αναχθεί κανείς στην έξωθεν ματιά π.χ. του Politico την άποψη ότι «να περιμένετε ότι οι φωνές που μιλούν για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα θα γίνουν ακόμη πιο ισχυρές» ή πάλι της Επιτροπής PEGA του Ευρωκοινοβουλίου (δεν είναι ΜΚΟ ούτε η μία, ούτε το άλλο!…) την εκτίμηση ότι υπήρχε διασύνδεση των παρακολουθήσεων μέσω του λογισμικού Predator με τις «επισυνδέσεις» ΕΥΠ.

Διότι αρκεί να θυμηθεί κανείς την εντελώς νωπή αναφορά του Αντώνη Σαμαρά, στο λανσάρισμα του Ιδρύματος Σαμαρά ενώπιον σύσσωμης της Ν.Δ. (δεν διακρίναμε την Ντόρα που προτίμησε κομματική διοργάνωση στα Χανιά, διακρίναμε πάντως τον καταχειροκροτούμενο Α/ΓΕΕΘΑ Κ. Φλώρο), ο οποίος μετά από μια σειρά τοποθετήσεων ανεπίληπτου συντηρητισμού – καταδίκη της Συμφωνίας των Πρεσπών, άρνηση διαλόγου με την Τουρκία ώστε να αποφευχθούν «Πρέσπες του Αιγαίου», μηδενική ανοχή στο μεταναστευτικό – κατέθεσε τα ακόλουθα: «Δεν θέλω να πιστέψω ότι η Κυβέρνηση υπέκλεπτε τηλεφωνικές συνομιλίες [καθώς] θα επρόκειτο για αντιδημοκρατική εκτροπή». Για να καταλήξει στην έκκληση: «Πρέπει να δοθούν πλήρεις και ξεκάθαρες απαντήσεις, χωρίς να δίνουμε την εντύπωση ότι το απόρρητο είναι μια βολική δικαιολογία». Η τοποθέτηση πρώην πρωθυπουργού προερχομένου από τις τάξεις της Ν.Δ. δεν απείχε και πολύ από εκείνην του (επίσης πρώην Πρωθυπουργού) Κώστα Καραμανλή, αρχές Σεπτεμβρίου στα Ανώγεια της Κρήτης, με αναφορά στο «αδιανόητο» των υποκλοπών με επίσημη κάλυψη.

Οπότε, το κλίμα ανερχόμενης οξύτητας που επικράτησε στην Βουλή στην χθεσινή συζήτηση (ο όρος «συζήτηση» δεν κυριολεκτείται, βέβαια, καθώς αληθινή διασταύρωση θέσεων, απόψεων και τοποθετήσεων δύσκολα θα υποστηριχθεί ότι υπήρξε: μετωπική αντιπαράθεση είναι σωστότερος χαρακτηρισμός) σχετικά με τις παρακολουθήσεις απλώς άφησε ακόμη βαθύτερη απορία για την ουσία των πραγμάτων. Τι συνέβη. Από ποιους και με τί κάλυψη. Εις βάρος ποίων. Τι απέδωσαν  οι παρακολουθήσεις. Από την Αντιπολίτευση – και δη την Αξιωματική – τέθηκε πάλι το ερώτημα, αυτή την φορά ακόμη πιο έντονα καθώς στις παρακολουθήσεις υπήρξε η πληροφορία ότι είχαν υπαχθεί και άλλα πολιτικά πρόσωπα, και δη υπουργοί, ακόμη περισσότερο όμως (από πλευράς ευαισθησίας των επικοινωνιών τους) ηγετικά στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων, αν οι εν λόγω παρακολουθήσεις όντως υπήρξαν και εν γνώσει τίνος γίνονταν. Στοιχεία που να επιβεβαιώνουν δεν δόθηκαν, ούτε περιγράφηκαν με συγκεκριμένο τρόπο. Η απάντηση από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό ήταν αρνητική, πάντως όσον αφορά την επίσημη Κυβερνητική δομή και (κυρίως) την γνώση του ιδίου. Όσο για την νομοθέτηση αλλαγών στο καθεστώς των εν λόγω παρακολουθήσεων, αλλαγών, που υποτίθεται ότι ήταν το κυρίως αντικείμενο της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, αυτή πέρασε σε δεύτερο και τρίτο πλάνο…

Το συνολικό σκηνικό βάρυνε ακόμη περισσότερο με την αποκάλυψη των New York Times, ότι επισήμως είχε δοθεί δια του Υπουργείου Εξωτερικών (Γενική Γραμματεία Οικονομικής Διπλωματίας και Ανοικτότητας) άδεια εξαγωγής του κακόβουλου λογισμικού Predator από την – πολυσυζητημένη και για σχέσεις με την ΕΥΠ – Intellexa από την Ελλάδα προς τρίτες χώρες , όπως Μαδαγασκάρη και Ουκρανία (στην δεύτερη ανεπιτυχώς). Η εν λόγω είδηση όχι μόνον δεν διαψεύσθηκε, αλλ΄επιβεβαιώθηκε με επίσημη απάντηση του ΥΠΕΞ προς τους NYT που είχαν θέσει αντιστοίχως επίσημο ερώτημα. Οι Times είχαν ξεκινήσει ευρύτερη έρευνα για την υπόθεση των παρακολουθήσεων στην Ελλάδα, με τις πρώτες αποκαλύψεις για «επισύνδεση» Νίκου Ανδρουλάκη.  Αυτή την φορά, πέραν των επιβεβαιώσεων από το ΥΠΕΞ ανακοινώθηκε ότι διεξάγεται εσωτερική έρευνα, ώστε να διαπιστωθεί ποιοι/πώς/γιατί χορήγησαν την άδεια – αφού (κατά δήλωσιν του αρμοδίου υφυπουργού Φραγκογιάννη) κανένας υπουργός ή αντίστοιχος παράγων δεν έχει υπογράψει.

Όσο, πάντως, η εσωτερική συζήτηση περί παρακολουθήσεων/υποκλοπών/ «επισυνδέσεων» συνεχίζεται με τόσο περιορισμένο φως επί της ουσίας, τόσο το εξωτερικό ενδιαφέρον για την Ελληνική περίπτωση θα εντείνεται.

Διόλου ευοίωνο.