Ο διαφανής χρησμός της ΕΚΤ (και μια ηχώ Γαλλικών εκλογών»)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όσο αναμενόταν η τελική διατύπωση της στάσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την νομισματική πολιτική της Ευρωζώνης στην συνέχεια του 2022 και το 2023-24 – το «ταξίδι για να αντιμετωπισθεί ο πληθωρισμός», για τον οποίο πλέον και η ΕΚΤ (μετά και την Αμερικανική Fed, αλλά και σειρά διεθνών Οργανισμών όπως το ΔΝΤ ή ο ΟΟΣΑ) δέχεται ότι θα έχει μονιμότερο χαρακτήρα – ένα σχετικά ελαφρό στην διατύπωσή του πλην ουσιαστικότατο ερώτημα περιφερόταν μεταξύ των παρατηρητών της Φρανκφούρτης. Πόσο η Κριστίν Λαγκάρντ θα οδηγούσε το σκάφος εκεί όπου ήδη κυριαρχεί η ανησυχία για τον πληθωρισμό, με τις εντεινόμενες πιέσεις των χωρών του Βορρά (η Γερμανία να ζει με τρέχοντα πληθωρισμό 8% δεν είναι αστεία υπόθεση); Αλλά και πόσο έχει εγκατασταθεί στο κέντρο των πραγμάτων η ανησυχία για την «αναγκαία προστασία των περιφερειακών οικονομιών» (την ημέρα των ανακοινώσεων Λαγκάρντ, η απόδοση του Ιταλικού 10ετούς ξεπεράσει το 3,7%, με το spread άνω των Γερμανικών Bunds ήδη στο 2,25%);

Σημαντικός ECB-watcher (έχει δημιουργηθεί κι αυτή η κάστα επαγγελματιών…) σημείωνε ότι μέχρι πριν λίγες μόνο ημέρες το όνομα της Κριστίν Λαγκάρντ βρισκόταν μεταξύ εκείνων που ακούγονταν για την Πρωθυπουργία της Γαλλίας – τελικά ο Πρόεδρος Μακρόν κατέληξε στην Ελίζαμπετ Μπορν, λίγες μέρες πριν τις βουλευτικές εκλογές της 12ης/19ης Ιουνίου. Εκείνη η υπενθύμιση ότι η σημερινή Πρόεδρος της ΕΚΤ,  πρώην Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ, διαθέτει άμεσο παρελθόν πολιτικής καριέρας – και μάλιστα σε «βαριά» χρονιά: η Κρ. Λαγκάρντ ήταν υπουργός Οικονομικών στην Γαλλία στο ξεκίνημα της Ελληνικής κρίσης, «έχει βάψει τα χέρια της με αίμα» τις ημέρες που τα Ελληνικά ομόλογα πετάχτηκαν εκτός αγορών… – δεν είναι απλώς ιστορική: η Γαλλική περίπτωση δεν παύει να υπάρχει ως φόντο, κάπου μεταξύ Βορρά/κέντρου και Ευρωπαϊκής περιφέρειας, οσάκις συζητείται η ενιαία νομισματική πολιτική στην Ευρωζώνη.

Το γεγονός δε, ότι τις εντελώς τελευταίες μέρες τα δημοσκοπικά ευρήματα ενόψει των κρίσιμων γαλλικών εκλογών και οι προβολές σε έδρες στην Εθνοσυνέλευση – σ’ εμάς όλα τα βλέμματα είχαν στραφεί στην επανεκλογή του Προέδρου Μακρόν, όμως τώρα-τώρα κρίνεται η διακυβέρνησή του, η όλη κυβερνησιμότητα της Γαλλίας – κοντεύουν να ανατρέψουν την εικόνα για ασφαλή επικράτηση του συνασπισμού «Ensemble» που στηρίζει Μακρόν με την άνοδο του συνασπισμού NUPES της Αριστεράς περί τον Ζαν-Λυκ Μελανσόν, δεν έχει περάσει απαρατήρητο. Γιατί;. Όχι γιατί, σε περίπτωση που οι μαγικές 289 έδρες στην Γαλλική Εθνοσυνέλευση δεν συγκεντρώνονται για διαμόρφωση κυβερνητικής πλειοψηφίας, θα υπάρχει υποχρεωτική συγκατοίκηση/cohabitation με την NUPES – η παραδοσιακή Δεξιά/Republicains, έστω και σε υποχώρηση, θα βρίσκονται διαθέσιμοι με 35-55 έδρες. Αλλ’ ενώ το σχήμα «Ensemble» δινόταν μέχρι προ ημερών στις 300-330 έδρες τώρα η ψαλίδα προβλέψεων είναι στις 260-300. Κυρίως, όμως, αυτές οι μετακινήσεις οφείλονται στην οικονομική πίεση , στην ακρίβεια, την οικονομική ανασφάλεια…

Επιστροφή όμως στον – διαφανή – χρησμό της ΕΚΤ για την εφεξής νομισματική διαχείριση: «σβήσιμο» του βασικού της προγράμματος αγοράς ομολόγων/ΑΡΡ με το οποίο οι Ευρωπαϊκές οικονομίες έμαθαν να ζουν, από τα τέλη Ιουνίου – δηλαδή αύριο! Αμέσως μετά (τον Ιούλιο) αύξηση του βασικού επιτοκίου κατά 0,25 μονάδες, και προαναγγελία δεύτερης αύξησης – ίσως μεγαλύτερης, «αναλόγως των στοιχείων» δηλαδή 0,50% τον Σεπτέμβριο.

Εκείνο όμως που όλοι περίμεναν με αδημονία – το προεξαγγελμένο σωσίβιο προς τις περιφερειακές οικονομίες – ακούστηκε μεν να πέφτει στο νερό, αλλά δεν ήχησε πολύ βαρύς ο παφλασμός: η Φρανκφούρτη δήλωσε έτοιμη να στηρίξει χώρες που τυχόν δεχθούν πιέσεις στο κόστος δανεισμού τους (ασφαλώς Ιταλία, αλλά… όχι αποκλειστικά) είτε με επαναγορές ομολόγων (εδώ βρισκόμαστε, εγγυημένα για το 2023 εμείς) είτε με άλλον μηχανισμό. Εδώ, στους παρατηρητές της Φρανκφούρτης άνοιξε πάρτι προγνώσεων…

Από κανενός την προσοχή δεν διέλαθε, πάντως, ότι αυτή η αναγγελία «ορίζοντα πολιτικής» της ΕΚΤ συνοδευόταν και από την ευθεία παραδοχή ότι οι προβλέψεις για τους ρυθμούς μεγέθυνσης του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη χρειάστηκε πάλι να αναθεωρηθούν αρνητικά: στο 2,8% για το 2022, στο 2,1% για το 2023 και το 2024, δηλαδή σχεδόν μια μονάδα προς τα κάτω, έναντι των μόλις προ 2μήνου προβλέψεων. Με αξιοσημείωτη ταπεινότητα, η Κριστίν Λαγκάρντ σημείωσε ότι «και άλλοι διεθνείς οργανισμοί» έπεσαν έξω στο σπορ των προγνώσεων. Όσο για εκείνες του πληθωρισμού… άσε καλύτερα! Πάντως, για κεντρικό τραπεζίτη, η διακήρυξη «θα προσαρμοσθούμε στα δεδομένα» αποτελεί μάθημα πολιτικής προσγείωσης. Ενώ το «είμαστε η μόνη Κεντρική Τράπεζα που προσπάθησε να εντοπίσει πού ακριβώς έγιναν λάθη» αξίζει να καταγραφεί. Εμφατικά.

[Επειδή παραπάνω αναφερθήκαμε στην απόδοση του Ιταλικού 10ετους, το δικό μας benchmark ξεπέρασε αισίως το 4%].