Η εκμάθηση του Ευρωπαϊκού χρόνου: μια απαιτητική υπόθεση

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όλη η υπόθεση «των Ευρωπαϊκών» έχει μια διαδρομή εκμάθησης που ουδέποτε υπήρξε απλή. Θυμηθείτε: ακόμη και στην εποχή που η Ελλάδα ήταν «ο πιο καλός μαθητής» των Ευρωπαϊκών – ας πούμε στην δεύτερη φάση της δεκαετίας του΄80, επί Ολοκληρωμένων Μεσογειακών Προγραμμάτων/ΜΟΠ, ή πάλι στην ώριμη δεκαετία του΄90 επί προσέγγισης του «κλειδώματος» της δραχμής στην τελική ευθεία προς την Ευρωζώνη – συχνά άκουγε κανείς διατυπώσεις όπως «το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε» (ενώ επρόκειτο για ένα ακόμη συμπαθές Ψήφισμα…), ή πάλι όπως «η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκρινε ότι» (ενώ απλώς είχε οριστικοποιηθεί μια πρόταση). Η αλήθεια είναι ότι, με τον καιρό, τα πράγματα ωρίμασαν και το πώς παίζεται το παιχνίδι στην ΕΕ άρχισε να γίνεται αντιληπτό.

Βέβαια… και πάλι μερικές παρανοήσεις δεν έλλειψαν, ακόμη και σε κεντρικούς παίκτες του πολιτικού  Ευρωτραπεζιού.

Έτσι για παράδειγμα, όταν λίγο μετά την εισαγωγή του ευρώ στην ζωή μας – και σ’ εκείνην των σημαντικότερων χωρών της Ευρωζώνης – τόσο η Γαλλία, όσο και η Γερμανία (ναι, η Γερμανία!) είχαν προσπεράσει χαλαρά το όριο/οροφή των ελλειμμάτων του Συμφώνου Σταθερότητας, ο Νίκος Χριστοδουλάκης ως ΥΠΟΙΚ είχε θυμηθεί/υπενθυμίσει στα πλαίσια του Eurogroup τις κυρώσεις που προβλέπονταν για τους παραβάτες. Προβλέπονταν από το πλαίσιο που οι ίδιοι – Γερμανία και Γαλλία, ξαναλέμε – είχαν προνοήσει να νομοθετήσουν! Από τα αμήχανα βλέμματα που εισέπραξε, τότε, συνειδητοποίησε το μείζον μάθημα των Ευρωπαϊκών, στην λογική «1984»/Τζώρτζ Οργουελ: «Όλα τα ζώα είναι ίσα, μερικά όμως είναι πιο ίσα από τα άλλα». (Λίγα χρόνια αργότερα, στα χρόνια των Ελληνικών Μνημονίων, οι ίδιοι εκείνοι κανόνες για τα δημοσιονομικά ελλείμματα απεδείχθη πόσο απόλυτη ισχύ μπορούσαν να έχουν).

Οι αναμετρήσεις των Ευρωπαϊκών διαδικασιών με πιο πρόσφατες τρικυμίες – μετά την κρίση χρέους, εκείνη της πανδημίας, τώρα-τώρα εκείνη της ενεργειακής ανασφάλειας ΚΑΙ της επανόδου του πληθωρισμού – ανέδειξαν τρεις απαιτήσεις συνειδητοποίησης: (α) η αλληλεγγύη αποτελεί όντως αξία του ευρωενωσιακού συστήματος, πλην όμως είναι αξία εν διαδικασία ωρίμανσης και όχι αξία ριζωμένη, (β) η προτεραιοποίηση των θεμάτων που έρχονται για συζήτηση επηρεάζεται αποφασιστικά από την άποψη των ισχυρότερων παικτών και (γ) ο Ευρωπαϊκός χρόνος δεν είναι μόνο αργόσυρτος – αν μη τι άλλο λόγω των θεσμικών μηχανισμών που έχουν στηθεί ώστε να οδηγούν σε αποδεκτές αποφάσεις (και όχι σε απλή προβολή θέσεων ή «του δίκιου» του ενός ή του άλλου) και οι οποίοι «καταναλίσκουν» τον χρόνο. Και τα δυο μεν πρώτα μέτωπα – εκείνο της αλληλεγγύης και το άλλο, της προτεραιοποίησης – οι προηγούμενες φάσεις μας τα δίδαξαν επώδυνα: η αλληλεγγύη στην κρίση χρέους ανεκαλύφθη στο όριο, και είχε δυσανάλογα μεγάλο κόστος («διάσωση» δια των Προγραμμάτων Προσαρμογής, αλλά με την αποτροπή συστημικού ρίσκου στο σύνολο της Ευρωζώνης κατά νουν). η δε προτεραιοποίηση και τώρα στο ενεργειακό, φάνηκε με την όλη υπόθεση των κυρώσεων πώς οικοδομείται (πρώτη σειρά οι γεωπολιτικές επιταγές, ακόμη και εισαγόμενες/Αμερικανικές. δεύτερη σειρά η διαφύλαξη παραγωγικού δυναμικού στην Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. τρίτη σειρά η συζήτηση των επιπτώσεων στο κόστος ζωής).

Όμως η εκμάθηση του Ευρωπαϊκού χρόνου είναι ακόμη πιο κομβικής σημασίας. Απερχόμενος από την πρόσφατη Κορυφή της Πράγας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης – συμπροεδρεύσας με τον Ελβετό Πρόεδρο στο πάνελ «Ενέργεια, Κλίμα, Οικονομία» στα πλαίσια των εργασιών της (υπό δημιουργίαν) Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας – έδειξε κάποιαν απογοήτευση λέγοντας ότι αποφάσεις των «27» για το ενεργειακό ελπίζεται να ληφθούν στην επόμενη Κορυφή (21-22 Οκτωβρίου), ενώ ταυτόχρονα στάθηκε συγκρατημένα επικριτικός κατά της Γερμανικής πλειοδοσίας σε μέτρα στήριξης («δεν μπορεί κάθε χώρα να πορεύεται μόνη της», αναφορά στην στάση Γερμανίας με τα 200 δις ευρώ «τους»). Δηκτικότερος ο Μάριο Ντράγκι, ο αληθινός «πατέρας» της πρότασης για πλαφόν στην τιμή του φυσικού αερίου και/ή καρτέλ αγοραστών εξοργιζόταν για τους χαμένους 7 μήνες συζητήσεων και την αμηχανία της Επιτροπής. Πλην όμως, ακριβώς όπως συνέβη και με την περίπτωση της πανδημίας όπου χρειάστηκε μήνες ώστε να διαμορφωθεί τόσο η κοινή αντίδραση για προμήθεια των εμβολίων (με ουκ ολίγες κακοτεχνίες κι εκείνη, όσο κι αν τώρα θυμόμαστε μόνον την …. εξωθεσμική ανταλλαγή SMS φον ντερ Λάιεν/Μπουρλά!), όσο κυρίως η διαμόρφωση του χρηματοδοτικού εργαλείου 700 δις ευρώ για το Ταμείο Ανάκαμψης/Next Generation EU (και την από κοινού έκδοση χρέους από μέρους των «27»), καταναλώθηκε/επενδύθηκε πολύς χρόνος. Κι έγιναν πλήθος συμβιβασμοί και προστέθηκαν επάλληλες στρώσεις τεχνικών εργασιών.

Αν λοιπόν δεν ήταν η αίσθηση, τώρα, ότι οι στρεβλώσεις στις οικονομίες από την ενεργειακή διατάραξη πηγαίνουν σαφώς βαθύτερα απ’ εκείνες της πανδημίας – καθώς, εδώ, το παραγωγικό μοντέλο των οικονομιών καθενός των «27» πλήττεται εντελώς διαφορετικά, οι δε δημοσιονομικές αντοχές (και η ματιά των αγορών!) απέχουν επικίνδυνα – θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει τις καθυστερήσεις για μέτρα στο ενεργειακό έως και αυτονόητες.

Το πιο δυσάρεστο δεν είναι ο χρόνος που φεύγει, είναι η αίσθηση ότι το (υποτίθεται) τεχνοκρατικό θεσμικό όργανο –  η Επιτροπή – φαίνεται εντελώς ξεπερασμένη από τις εξελίξεις. Μέχρι και έκκληση σε απελθόντες τεχνοκράτες παρελθόντων ετών έχουν γίνει από τις Βρυξέλλες, που τώρα λειτουργούν ως σύμβουλοι ενεργειακών εταιρειών στο Παρίσι ή την Ρώμη. Η εκμάθηση, λοιπόν, του Ευρωπαϊκού χρόνου τόσο για βετεράνους των Ευρωπαϊκών (όπως ο Μάριο Ντράγκι) ή για πιο πρόσφατα προσερχομένους (όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης) είναι μια απαιτητική υπόθεση – κυρίως επειδή στις Βρυξέλλες αφέθηκε να δημιουργηθεί ένα κενό. Κενό τεχνοκρατικής επάρκειας στα ενεργειακά; ή κενό γνησίως Ευρωπαϊκής πολιτικής βούλησης, που επιτρέπει «εύκολο» πέρασμα εξωΕυρωπαϊκών – ιδίως Αμερικανικών – επιρροών και υπαγορεύσεων με το προκάλυμμα γεωπολιτικών επιλογών, αλλά με αμεσότατες οικονομικές συνέπειες; [«Έχουμε ξοδέψει δεκάδες δις από τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων για να τροφοδοτούμε τον πόλεμο της Μόσχας κι ακόμη [επί 7 μήνες συζητώντας] δεν έχουμε λύσει τίποτε. Αν δεν είχαμε χάσει τόσο πολύν χρόνο, δεν θα βρισκόμασταν τώρα στα πρόθυμα της ύφεσης». Μάριο Ντράγκι…].