Χτίζοντας το 2023 στον τουριστικό κλάδο

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

«Να αλλάξουμε τον τουρισμό, τώρα που πετάει»; Διερωτάται/προτείνει ο Παύλος Γερουλάνος ανατρέχοντας (στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ) στις εμπειρίες του από τις ημέρες που διηύθυνε το Υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού, στην βραχύβια Κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου.

Καταγράφηκε, βλέπετε, απ’ όλους ο τουριστικός κλάδος ως κομβικός συντελεστής της σχετικής επιτυχίας της Ελληνικής οικονομίας συνολικά στο 2022 (κάτι σαν 6% αύξηση του Ελληνικού ΑΕΠ, με 3,2% για την Ευρωζώνη). Εγκατεστημένος πλέον γύρω στο 15% του ΑΕΠ, άνω του 20% με τις έμμεσες επιπτώσεις, ο τουρισμός τραβάει την προσοχή όλων – οι δε προοπτικές του απασχολούν αντίστοιχα. Όσο κι αν ο στόχος του 2019 μένει ακόμη άπιαστος, όσο κι αν το λειτουργικό κέρδος παραμένει μειωμένο (ανά επιχείρηση και ανά προορισμό) κατά τον Γρηγόρη Τάσιο της ΠΟΞ…

Οι θετικές προβολές που γίνονται για το 2023, αν και οι προκρατήσεις δεν έχουν απογειωθεί πέρα από τους «ιδιαίτερους» προορισμούς, συγκρατούνται όταν κανείς συνειδητοποιήσει ότι η κάμψη των βασικών οικονομιών της Ευρώπης που λειτουργούν σαν κινητήρια δύναμη για τον Ελληνικό τουρισμό – Γερμανία σε ύφεση, Ιταλία κάπου εκεί, Βρετανία ακόμη περισσότερο – δημιουργεί ερωτηματικά για την συνέχιση του ενθουσιασμού που επιδείχθηκε το 2022 (χρονιά αντιστάθμισης της αίσθησης εγκλεισμού του 2020-21).

Σε αντίθεση με αυτό, και παρά την συνεχιζόμενη έκλειψη Ρώσων και Ουκρανών τουριστών όσο συνεχίζεται η πολιτική σύγκρουση στην Ουκρανία, το απότομο και απόλυτο άνοιγμα της Κίνας έχει φέρει ενθουσιασμό σε όσους είχαν ήδη «χτίσει» σχέσεις με αυτό το ιδιαίτερο τουριστικό ρεύμα: ξεσκονίζονται επαφές, καθώς και οι εξειδικευμένες υπηρεσίες (όχι μόνον διερμηνείας…) που ζητούν τα 12 εκατομμύρια Κινέζων που ταξιδεύουν σε διεθνείς προορισμούς το 2019, σε μηνιαία βάση. Τι ποσοστό του Κινεζικού revenge spending θα «βρει» την Ελλάδα ξανά στον χάρτη (πέρα από τους συμβολισμούς των γάμων στην Σαντορίνη ή την Κρήτη); Πόσο θα λειτουργήσουν ως ψυχρολουσία οι νέοι περιορισμοί που εισάγονται από την ΕΕ στις πτήσεις από Κίνα; Πόσο/πόσο νωρίς θα ευθυγραμμισθεί η Ελλάδα;

Στο πεδίο των ξενοδοχειακών υποδομών, πυκνώνουν τα πεντάστερα στην Κρήτη σε Μαράθι και Καστέλλι Χανίων, στην Κίσαμο, σε Ηράκλειο και Λασίθι, μετά το Domes Aulus στην Ελούντα και το Elounda Hills. Ενώ στην Χαλκιδική αναλαμβάνει δράση με εξαγορά 3 ξενοδοχείων η Goldman Sachs (Asset Management) ευθύς ως αποσύρθηκε από την συνεχώς επεκτεινόμενη Sani/Ikos (την συμμετοχή της πούλησε στο GIG /επενδυτικό κεφάλαιο της Σιγκαπούρης). Αντίστοιχα υψηλού προφίλ η προσέλευση της Mandarin στο καταξιωμένο πλέον Costa Navarino. Και η λίστα δεν έχει τέλος – ενώ η έκρηξη του Airbnb δημιουργεί μέχρι και οικιστικό πρόβλημα ανά την Ελλάδα.

Mε τέτοιο, λοιπόν, συνολικό φόντο τι σημαίνει η διερώτηση Π. Γερουλάνου με την οποία ξεκινήσαμε αυτό το σημείωμα; Κατά ένα μέρος αναφέρεται σε κάτι που βαθμιαία συνειδητοποιείται. Ότι δηλαδή «ο στόχος του να έρθουν όλο και περισσότεροι επισκέπτες είναι κάτι που έχει δείξει τα όριά του». Η επιτυχία του χθες κινδυνεύει, κατ’ αυτόν, να καταλήξει «τροχοπέδη του αύριο». Η πρόταση που προκύπτει είναι διπλή: αφενός να προσεχθεί το χάσμα που τείνει να δημιουργηθεί μεταξύ κορεσμένων και υπερκορεσμένων τουριστικών περιοχών που κινδυνεύουν να υποβαθμισθούν ως προς τις υποδομές αλλά και ως προς τον χαρακτήρα τους και των παραμελημένων, τουριστικά «εκτός χάρτη» περιοχών. αφετέρου «αντί να σχεδιάζουμε με βάση το τι προσφέρουμε, να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε ποιον θέλουμε να προσελκύσουμε».

Αν, τώρα, διαβάσει κανείς από το τέλος προς την αρχή το σημείωμα αυτό, μπορεί να ανακαλύψει την χρησιμότητα ενός σχεδιασμού/συντονισμού που καλείται να δημιουργήσει (και) νέες αγορές, οι οποίες να οδηγήσουν σε αναδιανομή του τουριστικού πλούτου. (Αυτό, βέβαια, ονομάζεται τουριστική πολιτική σε βάθος χρόνου).