θα χρειαστεί αρκετή υπομονή…

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Υπήρχαν αυτήν την φορά τρεις θεμελιώδεις διαφορές σε σχέση με το κλίμα που είχε επικρατήσει πριν δύο χρόνια, όταν οι χώρες της ΕΕ «27» αναζήτησαν «κοινή απάντηση» στην κρίση της πανδημίας του κορωνοϊού. (Η συλλογική απόφαση που οδήγησε στην δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ήρθε τον Ιούλιο του 2020. ωστόσο οι αρχικές δεσμεύσεις και η καθοριστική έννοια της αμοιβαιοποίησης χρέους ήταν των αρχών Απριλίου 2020 – μετά, δε, από πιεστική συζήτηση εβδομάδων).

Η πρώτη διαφορά είναι ότι, στην σημερινή κατάσταση της Ευρώπης μπροστά στην Ουκρανική κρίση/την Ρωσική εισβολή/τις κυρώσεις/τις επιπτώσεις στο ενεργειακό κόστος, τα κράτη μέλη της ΕΕ «27» δεν βρίσκονται αντιμέτωπα με έναν αληθινά εξωγενή κίνδυνο, που να πλήττει όλους κατ’ αρχήν εξίσου. Τι εννοούμε; Ότι και σε επίπεδο σχέσεων με την Ρωσία, και σε επίπεδο ενεργειακής εξάρτησης, και σε επίπεδο οικονομικής ευαλωτότητας, οι σχέσεις είναι δυσοίωνα διαφοροποιημένες. Άλλη η εξάρτηση της Γερμανίας από το ρωσικό φυσικό αέριο (και άλλες οι παραγωγικές αντοχές της…), άλλη της Γαλλίας με τα πυρηνικά άλλη της Πολωνίας με τα λιγνιτικά. Άλλη η αίσθηση διεθνοπολιτικής έκθεσης των Βαλτικών ή των χωρών Βίζεγκραντ, άλλη των Δυτικών.

Η δεύτερη διαφορά είναι μια διαφορά τάξης μεγέθους της οικονομικής διάστασης του σοκ: δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ όταν χτύπησε το κύμα της Covid-19, αν και τελικώς η συρρίκνωση του συνολικού ΑΕΠ της ΕΕ «27» το 2020 κατά άνω του 6% «μεταφράσθηκε» σε απώλεια σχεδόν 1 τρις ευρώ. εκατοντάδες δις από το άμεσο ενεργειακό σοκ, επί ήδη γενικευμένης πληθωριστικής βάσης με «ηχείο» την επίπτωση των κυρώσεων και με επιβάρυνση των επανεξοπλισμών αυτή την φορά, και με άδηλη την επίπτωση στην συνολική παραγωγικότητα.

Η τρίτη διαφορά, πιο ταπεινή: αυτήν την φορά μόνο μια μεγάλη χώρα/οικονομία, η Γαλλία, έχει μπροστά της εκλογές…

Οι ηγέτες των κρατών-μελών της ΕΕ συζητούν τις εξελίξεις στην Ουκρανία, κατά τη δεύτερη ημέρα της έκτακτης Συνόδου στις Βερσαλλίες

Αυτές οι τρεις διαφορές – μαζί βέβαια και με το γεγονός ότι από τον τωρινό σεισμό του ουκρανικού έχει προηγηθεί η τρικυμία του κορωνοϊού και όλες οι προσπάθειες αντιμετώπισής της – κάνουν τελείως αναμενόμενο το ότι η Κορυφή των Βερσαλλιών (με όλο το λαμπερό τυπικό της Γαλλικής Προεδρίας και τις εντυπωσιακές ευκαιρίες για stand-up των ηγετών στις κάμερες!) δεν κατόρθωσε να φθάσει σε συμπεράσματα και «μέτρα» για την τωρινή κρίση. Που, μηντιακά, είχαν σχεδόν προεξοφληθεί, λησμονώντας ότι και «την προηγούμενη φορά» χρειάστηκαν εβδομάδες και μήνες ωρίμανσης.

Τι θα πει όμως «δεν κατόρθωσε να φθάσει σε μέτρα»; Ότι η απόφαση για έκδοση Ευρωομόλογου – δηλαδή για επαναφορά της αμοιβαιοποίησης χρέους, που επί πανδημίας του κορωνοϊού είχε για πρώτη φορά σπάσει το Ευρωταμπού – μένει για αργότερα, πάντως για το τακτικό Ευρωπαϊκό Συμβούλιο των Βρυξελλών, τέλος Μαρτίου. Δεν είναι μόνο ότι η Γερμανία επανήλθε στην τάξη των «φειδωλών», με Ολλανδία, Αυστρία, Φινλανδία εν προκειμένω, είναι και ότι η στόχευση ενός ενδεχόμενου αυριανού Ταμείου απόσβεσης του σοκ από την Ουκρανική/ενεργειακή κρίση φάνηκε ότι θα είναι σαφώς στενότερη από την «προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το ενεργειακό σοκ», όπως αρχικά ακουγόταν.

Θα πει επίσης ότι οι σχεδιασμοί για ενιαία αμυντική απάντηση της ΕΕ «27», αλλά ακόμη και για εξαίρεση δαπανών όπως οι αμυντικές από τους περιορισμούς του Δημοσιονομικού Συμφώνου, αποδεικνύονται πολύ πιο απαιτητικοί. Θα πει επίσης – και εδώ έχουμε μετάβαση από τα χρυσά των Βερσαλλιών στην πιο λιτή ατμόσφαιρα της ΕΚΤ – ότι η πληθωριστική απειλή υποχρεώνει τον σχεδιασμό νομισματικής πολιτικής να μένει συντηρητικός, χωρίς δηλαδή χαλάρωση λόγω Ουκρανικής κρίσης (Πάλι καλά που οι Ελληνικές ανάγκες φαίνεται να βολεύονται, ως οριακές, όσο κι αν η λήξη του ΡΕΡΡ/Εκτάκτου Προγράμματος Πανδημίας της ΕΚΤ δεν πάει για πολύ αργότερα).

Αν κάτι υπήρξε αληθινά ενδιαφέρον στις Βερσαλλίες, ήταν εκείνο που ανέδειξε το «Σχέδιο Έξι Σημείων» Κυριάκου Μητσοτάκη – δηλαδή ενός από τους μικρούς μεν της ΕΕ, πλην ανεπίληπτης οικονομικής/φιλελεύθερης ορθοδοξίας – που, απευθυνόμενο στην Πρόεδρο της Επιτροπής (δηλαδή αρκετά «πέραν αρμοδιοτήτων»: τα ενεργειακά κινούνται στο όριο των Κοινοτικών), ανέδειξε το πώς οι μηχανισμοί της αγοράς, δυσλειτουργώντας, μεγεθύνουν – αντί να αμβλύνουν – «την περαιτέρω ζημία στις ζωές των πολιτών και στις οικονομίες των χωρών μελών».

Οι τιμές του φυσικού αερίου «έχουν αποσυνδεθεί από την οικονομία της αγοράς και αντ’ αυτού ακολουθούν τις παρορμήσεις του φόβου και της κερδοσκοπίας». Το να λέγονται αυτά (και να ακούγονται) από τους υψηλούς ορόφους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και των στηλών του Politico μέχρι τις Αίθουσες των Κατόπτρων των Βερσαλλιών, έχει σήμερα αξία που δεν θάπρεπε να παραβλέπεται (όχι βέβαια με την προσέγγιση βλαχοδήμαρχου πολλών Ελλαδικών μήντια; «τους τα είπε ο δικός μας!»). Είτε τελικώς συζητηθούν σε επίπεδο ΕΕ σταθερές τιμές έκτακτης ανάγκης ή/και ανώτατα ποσοστά κέρδους στις αγορές ηλεκτρικής ενέργειας είτε εισαχθούν τιμές ημερήσιας οροφής διακύμανσης τιμών στο φυσικό αέριο, είτε τέλος θεσπισθούν αντίστοιχες οροφές στο κόστος μεταφοράς LNG, ένα καταλήγει να είναι σαφές: υπό τέτοιες συνθήκες κρίσης και απογείωσης της κερδοσκοπίας – dixit ακόμη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης! – οι αγορές δεν είναι νοητό να παραμένουν χωρίς «σημαντικές παρεμβάσεις». Μέχρι σημείου να επιβληθούν, για κάποια φάση, συναλλαγές «μόνον με φυσική παράδοση»: αγοράσατε φυσικό αέριο forward, ελάτε να το σηκώσετε τώρα!  Βέβαια… θα χρειαστούν και «επιλογές εξόδου» από μια φάση έκτακτων ρυθμίσεων , εφόσον αυτές αποφασισθούν.

Το τραπέζι των Βερσαλλιών, λοιπόν, ήταν τόσο βαριά φορτωμένο με ευθύνες, ώστε θα ήταν παράλογο να αναμένονταν αμεσότερα αποτελέσματα. Όμως, και μέρος αυτών των συζητήσεων αν καταλήξουν, θα ζούμε σε καινούργια πραγματικότητα.

«Ασυνήθιστες εποχές επιβάλλουν ασυνήθιστα μέτρα».