Η εκμάθηση του πληθωρισμού

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Διψήφιος λοιπόν ο πληθωρισμός. Και σε υψηλό 28ετίας. Οπότε ξεκίνησε – οριστικά, πλέον, όχι προοπτικά – το γαϊτανάκι και αυτής της συζήτησης. Που μπορεί να ξεκινάει οικονομική, όμως ταχύτατα προσλαμβάνει κοινωνικό χαρακτήρα και (ιδιαίτερα σε μια χώρα σαν την Ελλάδα) καταλήγει πολιτική/πολιτικότατη. Σε προεκλογική χρονιά, δε.

Σπαρακτική η σύγκριση της πρόβλεψης 0,8% για το σύνολο της φετεινής  χρονιάς (στον Προϋπολογισμό) με την τωρινή πρόβλεψη 5,6% (στο φρέσκο-φρέσκο Μεσοπρόθεσμο), με πορεία προς ένα ετήσιο 1,6-17% για την ερχόμενη τριετία (με βάρκα την ελπίδα). Στοιχήματα δεν γίνονται δεκτά, αλλά άμα η φετινή χρονιά μείνει κάτω από 7% θα είναι αντικείμενο ανακούφισης.

Οσάκις εμφανίζεται πληθωριστική αναζωπύρωση, ακόμη περισσότερο όταν βλέπουμε τον πληθωρισμό να εγκαθίσταται – και, ας είμαστε ειλικρινείς, να περνάει από τους τίτλους των εφημερίδων και τα σάιτς και από τον πολιτικό λόγο στην βιωμένη ακρίβεια: εκεί δηλαδή που μετράει… – ανεβαίνει στην επιφάνεια και μια σειρά προσεγγίσεών του. Υπάρχουν αναλύσεις: άλλες περιγραφικές, άλλες επεξηγηματικές, άλλες στρεφόμενες προς μέτρα/προτάσεις εναλλακτικής πολιτικής. Υπάρχει πολιτική διαχείριση: «τις πταίει» (η πάγια Ελληνική προσέγγιση), διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις, παραπομπή σε ένα καλύτερο μέλλον. Υπάρχει η άμεση προσέγγιση στα μέτρα πολιτικής: στην χαμηλή κλίμακα έχουμε τα διάφορα επιδοματικά, όπως και αν αυτά δομηθούν (ζήσαμε μόλις τώρα τα αδιαφανή σχήματα άμβλυνσης του κόστους του ρεύματος, είχαμε πριν τα διαφορετικά για τα καύσιμα, δεν θα πάψει εύκολα η συζήτηση για τον ΦΠΑ στα είδη πρώτης-πρώτης ανάγκης), στην υψηλή κλίμακα που ξεφεύγει από τις δυνατότητες των δικών μας πολιτικών, όσο κι αν δεν μπορούν να το παραδεχθούν, έχουμε στην διαχείριση της νομισματικής πολιτικής (η οποία βαδίζει ήδη το ναρκοπέδιο της αύξησης των επιτοκίων από την Fed στις ΗΠΑ, αύριο και από την  ΕΚΤ στην Ευρωζώνη, μόνου τρόπου για να συμμαζευτεί ο πληθωρισμός αλλά και φιτιλιά στην πορεία του ΑΕΠ). Και, κάπου ανάμεσα στα δύο, έχουμε την επίπτωση του πληθωρισμού – ιδίως άμα αυτός εγκατασταθεί – στην κάθε κατηγορία πολιτών/οικονομούντων ατόμων – οι καταθέτες χάνουν άμεσα αξία, οι μισθωτοί βλέπουν τους μισθούς τους να ροκανίζονται, τα νοικοκυριά διαπιστώνουν ότι το καλάθι τους ελαφραίνει, όσοι έχουν δανειστεί με σταθερά (χαμηλά τα τελευταία χρόνια) επιτόκια χαμογελούν, όσοι έχουν κυμαινόμενα ανησυχούν, όσοι διαθέτουν περιουσιακά στοιχεία (από μετοχές μέχρις ακίνητα) παρακολουθούν με την δική τους ανησυχία τις εξελίξεις των αξιών. Οι δε συνάνθρωποι/συμπολίτες μας που έχουν να ασκήσουν δημοσιονομική πολιτική δένουν την ζώνη ασφαλείας τους και ψιλοπροσεύχονται!

Σίγουρα τα αρχικά αντανακλαστικά των πολιτικών – των κυβερνώντων να καθησυχάσουν και να «εγγυηθούν», των αντιπολιτευομένων να καταγγείλουν και ανεβάσουν πίεση – όσο περνούν οι μήνες αποδεικνύονται άχρηστα, αν μη αυτοτραματιστικά. (Όχι μόνον σ’ εμάς, όσο κι αν η εύκολα νευρωτική αντίδραση του δικού μας πολιτικού συστήματος την έχει μιαν ιδιαιτερότητα, έτσι που καταλήγει σε καυγά). Τι περιεχόμενο έχουν – αληθινά, όχι μηντιακά/καταγγελτικά – οι αναφορές σε ελέγχους στην αγορά, από τα ράφια και τα περιθώρια κέρδους και τις τιμές αντικατάστασης μέχρι τις αντλίες και τα διυλιστήρια; Πλην όμως και των πολιτών/οικονομούντων ατόμων τα αντανακλαστικά, έτσι μάλιστα που το πληθωριστικό περιβάλλον έχει λησμονηθεί, δεν είναι εύκολη υπόθεση: για να μείνουμε στην καθημαγμένη από 10 χρόνια πίεσης και 3 Μνημόνια Ελληνική οικονομία, ποιος/πώς επιχειρεί επαναδιαπραγμάτευση μισθού; στην μικρομεσαία επιχείρηση ποιος/πώς ισορροπεί τις ροές; τι τιμολογιακή πολιτική εφαρμόζει η επιχείρηση στον τριτογενή τομέα; τι αμοιβές προσπαθεί να πετύχει ο ελεύθερος επαγγελματίας; τι νοίκι επιχειρεί να εισπράξει ο μικροϊδιοκτήτης;

Και όλα αυτά, ενώ – το είδαμε με την μετάβαση από το ρυθμό 3,4% του Οκτωβρίου σε 6,2% τον Ιανουάριο και 10,2% τον Απρίλιο – η έννοια «καλπασμός του πληθωρισμού» δεν αποτελεί πλέον δημοσιογραφική διατύπωση.

Αποτελεί, επανερχόμαστε, βιωμένη ακρίβεια.