Από την Fitch στον ΙΟΒΕ –  και πίσω

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικά, οι προσδοκίες των τελευταίων ημερών ότι η Fitch θα έκανε αυτή την φορά την κίνησή της για αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελληνικής οικονομίας (σε ΒΒΒ από το τωρινό ΒΒ «με θετικές προοπτικές»: η πιο πρόσφατη αξιολόγηση ήταν ΒΒ/θετικά τον Ιανουάριο, έναντι ΒΒ/σταθερά πέρσι τον Ιούλιο) διαψεύσθηκαν. Η αναβάθμιση από την S&P φέτος τον Απρίλιο σε ΒΒ+ σταθερά – μια μόλις βαθμίδα κάτω από την επενδυτική/investment grade –  ενώ ήδη η επίπτωση από τον πόλεμο στην Ουκρανία και από την ενεργειακή αναταραχή ήταν εμφανή, είχε δημιουργήσει στους αρμοδίους την ελπίδα ότι θα είχαμε θετική κίνηση της Fitch. [Για όποιον τυχόν ενδιαφέρεται, επειδή έτσι στην Ελλάδα βλέπουμε τα πράγματα η ίδια η Fitch «κατέβασε» την Τουρκία από Β+ σε Β].

Πάντως η Fitch τα είπε τα καλά της λόγια για μας ως προς την διατήρηση προοπτικών μείωσης των ελλειμμάτων του Δημοσίου (από 10,2% του ΑΕΠ την πρώτη χρονιά του κορωνοϊού σε 7,9% του ΑΕΠ του 2021, με ελπιζόμενο 4,5% για φέτος) και με συγκρατημένη πρόβλεψη για αύξηση του ΑΕΠ στο 3,5% για φέτος έναντι προηγούμενης στο 4,1% (βέβαια με υποχώρηση σε 3,2% και στα 2,8% το 2023-24), καθώς και για υποχώρηση των NPLs/ «κόκκινων δανείων» στο 12,1% (επίπεδα 2010). Όμως και η αύξηση του πληθωρισμού – ψέματα! το φώλιασμά του σε διψήφια επίπεδα – πέρα και από το κόστος ενέργειας, με τις όλες συνέπειες στην καταναλωτική δύναμη, συν η σημασία της αύξησης του κόστους δανεισμού της Ελλάδας (που είδε αποδόσεις της τάξεως του 1,5 % να ξεπερνούν προς στιγμήν το 4%) δεν επέτρεπαν πιο θετική αξιολόγηση.

Τώρα, λοιπόν, αναμονή για τα μέσα Σεπτεμβρίου από Moody’s (και DBRS, το μικρότερο αδελφάκι των «Τριών») και τον Οκτώβριο από S&P και (πάλι) Fitch.

Και τούτο, όσο κι αν το «μαξιλαράκι» ρευστών διαθέσιμων της Ελλάδας, συν το κλειδωμένο χαμηλά και με σταθερά επιτόκια ελληνικό χρέος – λόγω διακρατικού δανεισμού και ESΜ μετά τα Μνημόνια – εξασφαλίζουν χαμηλό κόστος εξυπηρέτησης και μικρότερους ορίζοντες εξόφλησής του. Οπότε; Οπότε η πολιτική επένδυση στην προσδοκία ότι η Ελλάδα θα έχει εξασφαλίσει την πολυπόθητη επενδυτική βαθμίδα το 2023 (ή και… το α’ 6μηνο του 2023) παραμένει ακριβώς αυτό: πολιτική επένδυση. Καθώς, δε, έρχεται σταθερά ο κεντρικός πολιτικός λόγος περί καταστροφικών συνεπειών της απλής αναλογικής και περί διπλών – αν μη τριπλών – εκλογών μπροστά μας μετά από μια πολύμηνη και τοξική προεκλογική περίοδο, δεν μπορούν και τα τμήματα συνυπολογισμού του country risk/του πολιτικού κινδύνου των οίκων αξιολόγησης να μην δείχνονται προβληματισμένα για την επενδυτική βαθμίδα της Ελλάδας. Όσο κι αν δεν το πολυκαταγράφουν ρητά, αυτό το τελευταίο….

Εν τω μεταξύ, στην παρουσίαση της 3μηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ για την πορεία της Ελληνικής οικονομίας, καταγράφεται μια (μικρή) επιβράδυνση της ανάκαμψης στο ξεκίνημα του 2022 – α’ 3μηνο – με +7% έναντι +8,1% στο τέλος του 2021 (αλλά σε σύγκριση με το -2,8% του αντίστοιχου α’ 3μήνου της περασμένης χρονιάς βρισκόμαστε σαφώς καλά, με την 7η ισχυρότερη ανάκαμψη στην Ευρωζώνη όπου ο μέσος όρος είναι στο +5,4%), κυρίως με βάση την άνοδο της κατανάλωσης των νοικοκυριών (+11,6%, όμοια με το τέλος του 2021) και με τις εξαγωγές να ακολουθούν (κυρίως υπηρεσιών), τις επενδύσεις επίσης. Από πλευράς δείκτη οικονομικού κλίματος βρισκόμαστε σε μικρή υποχώρηση, α’ 3μηνο του 2022 έναντι του αμέσως προηγούμενου, αλλά οριακά υψηλότερα από πέρυσι. όμως ειδικά η καταναλωτική εμπιστοσύνη δείχνει να έχει σκοντάψει. Πάντως το ΙΟΒΕ δεν παύει να καταγράφει τον προβληματισμό από τον ιστορικά υψηλό πληθωρισμό (και μάλιστα τον δείκτη τιμών παραγωγού, που λειτουργεί πρόδρομα…), καθώς και την άνοδο του κόστους δανεισμού του Δημοσίου/των αποδόσεων των ομολόγων με τα spreads έναντι των Γερμανικών Bunds να διαμορφώνονται σε δυσάρεστα υψηλό επίπεδο – και τούτο ενώ η ΕΚΤ έχει αγοράσει αναλογικά περισσότερα Ελληνικά ομόλογα (ως % του ΑΕΠ), απ’ όποια άλλη χώρα στα πλαίσια του προγράμματος στήριξης λόγω πανδημίας.

Πέρα από το σταθερό καμπανάκι για τα δίδυμα ελλείμματα – εξωτερικό και δημοσιονομικό – που πάλι ξεφεύγουν, τα σενάρια του ΙΟΒΕ κάνουν λόγο για αναμενόμενη ανάπτυξη 3,5%-4% για το σύνολο του 2022 (μιλώντας στην ΕΡΤ, ο υποδιοικητής της ΤτΕ Θοδωρή Πελαγίδη αναφερόταν στο 4%), και τούτο με τον πληθωρισμό να διαμορφώνεται σχεδόν διψήφιος για το ίδιο συνολικό διάστημα, στο 9%-9,6%.

Με επωδό την έμφαση στην αβεβαιότητα, που παραμένει – κι έτσι επανερχόμαστε στο συνολικό κλίμα της Fitch.