Η ψυχρολουσία από την ανακοπή της αύξησης του ΑΕΠ αναζητεί εξηγήσεις

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Εκεί που είχε αρχίσει η έκβαση του 2022 και οι προοπτικές για το 2023 να αποκτούν θετική τροπή για την Ελλάδα και την Ελληνική οικονομία – με τον Προϋπολογισμό του 2023 να στηρίζεται σε πρόβλεψη 5,6% ρυθμό ανάπτυξης για φέτος και στόχο 1,8% για την ερχόμενη χρονιά, αμφότερα καλύτερα από τα Ευρωπαϊκά. με τις επιχειρηματικές προσδοκίες να έχουν «γυρίσει» θετικότερες τον Νοέμβριο και την καταναλωτική εμπιστοσύνη αντίστοιχα βελτιωμένη (κατά το ΙΟΒΕ) – ήρθαν τα στοιχεία της ΕΣΥΕ για το γ’ 3μηνο της φετινής χρονιάς και έπεσε παγωμάρα.

Πρόκειται βέβαια για προσωρινά στοιχεία, τα οριστικά είναι για την άνοιξη του 2023, ωστόσο… επίσημο στοιχείο της ΕΣΥΕ είναι τόσο η αποεπιτάχυνση σε 2,8% αύξηση του ΑΕΠ (σε σχέση με τον περσινό αντίστοιχο 3μηνο) όσο και η δυσάρεστη σύγκριση με τις αυξήσεις των δυο προηγούμενων 3μήνων (τα οποία είχαν κινηθεί στο 7-8% «επιτρέποντας» τις αισιόδοξες προβλέψεις για το σύνολο χρονιάς). Ακόμη πιο άβολη η καταγραφή ότι το γ’ 3μηνο σημείωσε πραγματική υποχώρηση – κατά 0,5% – έναντι του αμέσως προηγούμενου 3μήνου, άβολη γιατί; Επειδή το γ’ 3μηνο περιλαμβάνει τους κατεξοχήν «τουριστικούς» θερινούς μήνες, εκείνους που η επιτυχία τους μας είχαν κάνει να μιλούμε για ιδιαίτερα καλή φετινή χρονιά. Οπότε, αν δεν έχουμε υπό εξέλιξη μια ακόμη ανατροπή τις τελευταίες αυτές βδομάδες της χρονιάς, προκύπτει δυσάρεστο πρόκριμμα για την συνέχεια.

Μια εξήγηση μπορεί να ξεκινάει από την παρατήρηση ότι τα επιδόματα που δόθηκαν απλόχερα στην Ελλάδα της ενεργειακής κρίσης – και καλά δόθηκαν για να στηρίξουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, όμως δόθηκαν εν πολλοίς αστόχευτα/χωρίς όρια και περιορισμούς –  μετατράπηκαν αναγκαστικά, κατά το τμήμα που αφορά εισαγόμενα προϊόντα, σε αφαίρεση πόρων από την Ελληνική οικονομία και εξαγωγή τους στο εξωτερικό. Απλά: πήραμε χρήματα από τον Προϋπολογισμό και τα δώσαμε για να συνεχιστεί απρόσκοπτα η εισαγωγή καυσίμων (όχι μόνο για απευθείας χρήση, αλλά και για παραγωγή ηλεκτρισμού με πανάκριβο φυσικό αέριο): άλλωστε η συνεχιζόμενη υψηλή πτήση των εισαγωγών, προς τα εκεί δείχνει. Αυτοί οι πόροι έφυγαν, έλλειψαν από την οικονομία.

Μια δεύτερη επισήμανση ίσως έχει να κάνει με την κατανάλωση, η οποία ούτως ή άλλως έχουμε συνηθίσει να οδηγεί τις εξελίξεις του Ελληνικού ΑΕΠ: η καταναλωτική δαπάνη υποχώρησε κατά 0,6% σε σχέση με το β’ 3μηνο της χρονιάς. Πώς συσχετίζεται, αυτό, με εκείνο που μόλις αναφέραμε περί βελτίωσης της καταναλωτικής εμπιστοσύνης στα τέλη του φθινοπώρου; Ενδεχομένως την ανεβάσαμε νωρίτερα την κατανάλωση, να υποχωρούμε ήδη αλλά… να δηλώνουμε αυξημένη εμπιστοσύνη; Εδώ οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι, κι αυτό πάει να επηρεάσει το «καλάθι του νοικοκυριού», να μην φρενάρουν απότομα τα νοικοκυριά. Ούτως ή άλλως οι εποχές είναι παράξενες, η μεταβλητότητα των στάσεων γίνεται μόνιμο χαρακτηριστικό. Εν τω μεταξύ και οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου – πιο θετικό πεδίο, αυτό, από διαρθρωτικής απόψεως – κινήθηκαν μόλις ένα «τσίκ» επάνω, +0,1% στο ίδιο αυτό γ’ 3μηνο.

Μένουμε λοιπόν με μια πρόσθετη αίσθηση ευαίσθητης ισορροπίας. Και ίσως το ΥΠΟΙΚ που είχε μείνει επί μήνες και μήνες συντηρητικό στις προβλέψεις του για την πορεία του ΑΕΠ – έως ότου πήρε θάρρος με τις καλύτερες του αναμενόμενου επιδόσεις, και έδωσε την πρόβλεψη για 5,6% για το σύνολο της χρονιάς στα πλαίσια του Προϋπολογισμού 2023 – να είχε δίκιο στην προηγούμενη στάση του! Την επιφυλακτική.