«Πώς θα βγάλουμε τον χειμώνα;»: στοιχεία απάντησης από τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Προκάλεσε κάποια συζήτηση η έρευνα (για λογαριασμό του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ) της ALCO, με την οποία επιχειρήθηκε – ημέρες ΔΕΘ, ανακοινώσεων για «παροχές» και για αυξήσεις του κατώτατου μισθού και των συντάξεων – να αξιολογηθεί κατά πόσον η τωρινή κρίση, προπάντων η βιωμένη ακρίβεια, επηρεάζει ουσιαστικά στάσεις και συμπεριφορές όσων ζουν με βάση μισθωτή εργασία στον ιδιωτικό τομέα. Δεν αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος του κοινωνικού σώματος, αυτοί (2,35 εκατομμύρια έναντι 2,6 εκατ. συνταξιούχων) πλην αν θυμηθεί κανείς ότι λόγω ηλικίας συγκεντρώνουν γύρω τους νοικοκυριά (πράγμα που δεν αληθεύει τόσο προκειμένου περί των συνταξιούχων). Πάντως είναι ένα σημαντικό ακροατήριο.

Οι συζητήσεις που άνοιξαν γύρω από τα ευρήματα αυτής της έρευνας επικεντρώθηκαν κυρίως στο πόσο πλήττεται σήμερα το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων από το κύμα ανατιμήσεων στα βασικά αγαθά – ενέργεια και είδη διατροφής/καλάθι της νοικοκυράς – και πόσο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι αισθάνονται ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι αναγκαία για την συγκράτηση του εν λόγω βιοτικού επιπέδου. Ένα άλλο πεδίο συζήτησης – αναμενόμενο έτσι που ζούμε ούτως ή άλλως σε προεκλογική εκστρατεία, και μάλιστα με αναταραχές – ήταν, βέβαια, η αναζήτηση εκλογικών/ψηφολογικών επιπτώσεων από το πώς αυτή η πλευρά του εκλογικού σώματος προσλαμβάνει την ίδια της την κατάσταση.

Θα τα δούμε κι αυτά. Ωστόσο θα επιλέξουμε να ξετυλίξουμε αυτό το, ενδιαφέρον, κομμάτι που αφορά ένα τμήμα της κοινωνίας πέρα από τους συνήθως στοχευόμενους πολιτικά συνταξιούχους και δημοσίους υπαλλήλους (άντε και τους αυτοαπασχολούμενους επαγγελματίες…). Ερωτώνται λοιπόν εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα; «Υπήρξε αύξηση από 1/1/2022 στον μισθό σας;» Το 80% απαντούν αρνητικά. Συνεπώς όλα όσα ακούγονταν για τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου της χρονιάς (δυο φορές: το συμβολικό 2% από 1/1/2022  συν 7,7% από Πρωτομαγιά, στα 713 ευρώ) δεν έφθασαν στους ενδιαφερόμενους. Να μην το αντελήφθησαν; Κάπως δύσκολο! Να ήταν το 4/5 των εργαζομένων πάνω από τον κατώτατο; Δεν είναι και τόσο πειστικό, αυτό: «κάτι» λοιπόν συμβαίνει μεταξύ νομοθετημένων και πραγματικών αμοιβών.

Προσέξτε όμως την συνέχεια: ή έρευνα της ALCO προσεγγίζει διεξοδικά το ζήτημα υπέρβασης του ωραρίου/των υπερωριών – και τι βρίσκει; Ότι το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα (61%) δεν εργάζονται πέραν του κανονικού τους ωραρίου. Aπ’ όσους εργάζονται περισσότερο (δηλαδή του 39%) , το μεγαλύτερο ποσοστό το (28%) κάνει 5-6 ώρες παραπάνω εβδομαδιαίως, ένα κάπως μικρότερο (22%) κάνει 9-10 ώρες. Πάνω από 11 ώρες δηλώνει το 16%. Στο βαρύ ερώτημα, τώρα, «πληρώνεστε για τις υπερωρίες σας;» η απάντηση είναι ένα 51% «ναι», ένα 49% «όχι!».

Χαρακτηρίσαμε ήδη «βαρύ» αυτό το πεδίο συζήτησης. Πλην όμως δείτε – ακριβώς παραδίπλα! – κάτι που θα θεωρούσαμε ακόμη βαρύτερο: με δεδομένες λοιπόν αυτές τις μισθολογικές συνθήκες και αυτές τις εργασιακές σχέσεις, ρωτά η ALCO: «Είσαστε πολύ, αρκετά, λίγο ή καθόλου ικανοποιημένοι από την εργασία σας». Με αυτές – το επαναλαμβάνουμε! – τις συνθήκες, ημέρες ΔΕΘ/Σεπτέμβριο του 2022 το άθροισμα όσων δηλώνουν «πολύ» και «αρκετά» ικανοποιημένοι καταγράφεται πάνω από 70%: το 55% είναι «αρκετά», ενώ ένα 16% «πολύ» ικανοποιημένο. Πείτε το κι αλλιώς: σαφώς λιγότεροι από 1 στους 3 δηλώνουν μη-ικανοποίηση: «λίγο» δηλώνουν 18% και «καθόλου» ικανοποιημένοι ένα 11%.

Θα χρειάζονταν σοβαρά εργαλεία ψυχοκοινωνιολογικής ανάλυσης ώστε να «μεταφρασθεί» αυτή η στάση. πάντως σε άμεση προσέγγιση, θάλεγε κανείς ότι μετά την λειοτρίβηση της αγοράς εργασίας από μια 10ετία Μνημονίων και την τωρινή εργασιακή ανασφάλεια, μια στάση του τύπου «πάλι καλά που έχουμε μια δουλειά» διεκδικεί δυναμικά το προσκήνιο…

Εκφεύγει των προθέσεων της στήλης να κάνει εκλογικές/ψηφολογικές προβολές αυτής της εικόνας. Όμως θα ήταν παράλειψη να μην δούμε πώς επηρεάζει τις απαντήσεις στο άλλο ερώτημα: «Πώς πρέπει να διαμορφώνεται ο κατώτατος μισθός;». Το 65% θεωρεί ότι θάπρεπε να διαμορφώνεται με συλλογικές διαπραγματεύσεις, έναντι 20% που θεωρεί ότι το (Μνημονιακής/Τροϊκανής μνήμης) σύστημα καθορισμού του κατωτάτου με Κυβερνητική απόφαση είναι το σωστότερο. Α, ναι, μόλις 6 μήνες νωρίτερα, στο ίδιο ερώτημα το 42% επέλεγαν ως καλύτερη την Κυβερνητική απόφαση, έναντι 54% των συλλογικών διαπραγματεύσεων.

(Λέτε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, προαναγγέλλων στην ΔΕΘ την παραμονή στο έως τώρα καθεστώς καθορισμού του κατώτατου μισθού, και μάλιστα αδιατάρακτα από την Πρωτομαγιά, να ήταν αναγνώστης αυτής της έρευνας ALCO για ΙΝΕ/ΓΣΕΕ;).

Πιστεύουμε ότι αυτά τα ευρήματα είναι ουσιαστικότερα από τα περισσότερο προβληθέντα, όσα δηλαδή ρωτούσαν για την επίπτωση – σε αυτή την μερίδα του πληθυσμού, τους εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα – της ανόδου των τιμών της τελευταίας περιόδου. Να το δούμε όμως κι αυτό: «Αναγκαστήκατε να περικόψετε δαπάνες για είδη διατροφής;» Πάλι ένα 71% δίνει θετική απάντηση – το 20% περικόπτουν «πολύ», το 51% «αρκετά», με ένα 25% να επιλέγουν να απαντήσουν «λίγο», ενώ ένα σχεδόν αδιόρατο 4% απαντά «καθόλου». Στο παραπλήσιο ερώτημα αν η οικονομική κατάσταση θα τους επιτρέψει «να ανταπεξέλθουν στις συνθήκες ακρίβειας και ενεργειακής κρίσης τον χειμώνα;» στις απαντήσεις κυριαρχεί το «δύσκολα» με 47% (το 20% απαντά «καθόλου»), ενώ ένα 30% λέει «σχετικά εύκολα» (και ένα οριακό 3% «εύκολα»).

Οπότε – για να κλείσουμε τον κύκλο… – όταν ερωτώνται «ποιο είναι αποτελεσματικότερο μέσο για την προστασία του βιοτικού σας επιπέδου από τις ανατιμήσεις σε είδη διατροφής στα ενέργεια;», η μεγάλη πλειοψηφία (63%) ζητά/εισηγείται αύξηση μισθών/κατώτατου μισθού, με το 31% να αναφέρεται στην ενδεχόμενη μείωση ειδικών φόρων κατανάλωσης (ένα ανεπαίσθητο 3% μνημονεύει την «ενίσχυση επιδομάτων»). Σημειωτέον ότι, μέσα στο τελευταίο 6μηνο, το αίτημα για αυξήσεις μισθών έκανε άλμα από 31% στο τωρινό 63% των ερωτώμενων, ενώ οι αναφορές στην μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης πήγαν πίσω από 49% σε 43% (τα καημένα τα επιδόματα, στο 3% σταθερά).

[Και πάλι: είχε γνώση/συνείδηση αυτής της έρευνας ΙΝΕ/ΓΣΕΕ ο Κυριάκος Μητσοτάκη στην ΔΕΘ όταν π.χ. πρόβαλλε την «μόνιμη μείωση κατά 3 μονάδες των ασφαλιστικών εισφορών», ή πάλι όταν με έμφαση αναφέρθηκε σε φάσμα επιδομάτων;]