Βραβεία Νόμπελ που ξυπνούν κοντινές (ακόμη) μνήμες

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Γνώριμός μας από δύσκολες ημέρες ο (ήδη βραβευμένος με το Νόμπελ Οικονομικών 2022) Μπεν Μπερνάνκε. Από τότε που ως Πρόεδρος της Fed, δηλαδή κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ, μαζί και με τον υπουργό Οικονομικών (επί Μπαράκ Ομπάμα) Τιμ Γκάιθνερ «εξήγησαν» στους Ευρωπαίους – τους Σόιμπλε και τους Τρισέ της εποχής – ότι δεν είχαν το ελεύθερο, με το να φέρουν την Ελλάδα των πρώτων Μνημονιακών χρόνων σε αδιέξοδο, να διακυβεύσουν την συστημική σταθερότητα. Όχι μόνο/όχι απλώς της Ευρωζώνης, αλλά και του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, το οποίο μόλις συνερχόταν, το 2011, από το σοκ της Lehman και των subprimes. Η αυστηρή εκείνη θέση των ΗΠΑ, ανέκοψε τον Ευρωπαϊκό αυτάρεσκο κατήφορο. Ακολούθησε βέβαια ο Μάριο Ντράγκι και τα “whatever it takes” του Ιουλίου 2012 όμως αν δεν ήταν το δίδυμο Μπερνάνκε/Γκάϊθνερ, η ιστορία της Ευρωζώνης θα μπορούσε να έχει στραβώσει άσχημα, της Ελληνικής οικονομίας πολύ περισσότερο. (Τα απόνερα εκείνης της φάσης, μαζί και με τον μετέπειτα δικό του ρόλο – το 2015 – αφηγήθηκε πρόσφατα στην Αθήνα, ο διάδοχος του Γκάϊθνερ, Τζάκ Λιου).

Πάντως ο Μπεν Μπερνάνκε, μετά την θητεία του στην Fed ευρισκόμενος ήδη στο (προοδευτικό) Brookings Institution, βραβεύθηκε για την θεμελιώδη δουλειά του – ήδη από την δεκαετία του΄80 – μαζί με τους Ντάγκλας Ντάιμοντ (του Πανεπιστημίου του Σικάγου) και Φίλιπ Ντάιμπβιγκ (του Πανεπιστημίου του Σαίντ Λιούις), για τον ρόλο των τραπεζών σε συνάρτηση με τις χρηματοπιστωτικές κρίσεις. Εκείνο που επεξήγησε στην ανακοίνωση του Βραβείου Νόμπελ η επιτροπή της Σουηδικής Ακαδημίας ήταν η ανάλυση της βασικής λειτουργίας διαμεσολάβησης των τραπεζών μεταξύ αποταμιευτών και επενδύσεων. Που, όταν διαταραχθεί στα πλαίσια μιας κρίσης, αφενός βαθαίνει την κρίση «μεταφραζόμενη» στην πραγματική οικονομία, (όπου καταλήγει μέχρι και στην καταστροφικά μεγάλη ανεργία και αδρανοποίηση παραγωγικού δυναμικού), αφετέρου καθυστερεί/παρακωλύει την ανάκαμψη (η οποία προϋποθέτει νέες επενδύσεις).

Ο Μπερνάνκε είχε μελετήσει την Μεγάλη Ύφεση του Μεσοπολέμου, όπου η ΜΗ αποφυγή του τραπεζικού πανικού – στα πλαίσια μιας θεωρητικοποιημένης λογικής υπευθυνοποίησης δια της μη-διάσωσης των τραπεζών (κάτι μας θυμίζει από την ελληνική περίπτωση/ευρωπαϊκή κρίση χρέους! αν μη τι άλλο πιάστε το νήμα από την χρεοκοπία της Ολλανδικής SNS Reaal στα χέρια του επίσης γνωστού μας Γερούν Ντάϊσσελμπλουμ) – βάθυνε ανυπολόγιστα την κρίση της πραγματικής οικονομίας. Με μείζονες κοινωνικές συνέπειες ιστορικού – τότε –  μεγέθους.

Όμως ακόμη πιο καίρια – ή, πάντως, λιγότερο συνειδητοποιημένη – είναι η συνέπεια της ΜΗ διάσωσης των τραπεζών σε φάση χρηματοπιστωτικής κρίσης, την οποία ανέδειξε το φετινό Νόμπελ Οικονομικών, προκειμένου για τον μηχανισμό αξιολόγησης της πιστοληπτικής αξιοπιστίας των δανειζόμενων επιχειρήσεων, μηχανισμός που «μπλοκάρει» άμα οι τράπεζες αφεθούν να χρεοκοπήσουν στα πλαίσια μείζονος κρίσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, δυσκολεύει η ίδια η επανεκκίνηση της επενδυτικής διαδικασίας από την οποία περιμένει κανείς την μετά-την-κρίση ανάκαμψη. Όπως λοιπόν η ύπαρξη μηχανισμών εγγύησης των καταθέσεων (και, ακόμη περισσότερο, η κοινή συνειδητοποίηση ότι λειτουργούν τέτοιοι μηχανισμοί) δυσκολεύει αν δεν αποκλείει τραπεζικούς πανικούς/bank runs, έτσι και η διάσωση των τραπεζών ακόμη και με στήριξή τους με δημόσια κονδύλια διατηρεί ανέπαφους τους μηχανισμούς τραπεζικής διαμεσολάβησης.

Αυτή την διάσταση φρόντισε να φέρει στην επιφάνεια, στις συνεντεύξεις εκλαΐκευσης που ακολουθούν κάθε βραβείο Νόμπελ, ο Ντ. Ντάιμοντ. Όμως ήδη την είχε «μεταφράσει» σε πολιτική πρακτική η στήριξη της Fed την εποχή της κρίσης των suprimes/της χρεοκοπίας της Lehman. Ήταν τότε που, σπάζοντας τα προηγούμενα, η Fed όχι μόνο εξασφάλισε πιστώσεις και εγγυήσεις ώστε η J.P.Morgan να αγοράσει την (επόμενη στο ντόμινο των χρεοκοπιών) Bear Stearns, ύστερα την ακόμη πιο καίρια από συστημικής απόψεως AIG (ασφαλιστική) και εν συνεχεία την εμβληματική Citigroup, αλλά και πλημμυρίζοντας με ρευστότητα το σύστημα. Τότε ξεκίνησε η εποχή της αντισυμβατικής νομισματικής πολιτικής που, τώρα, μια δεκαετία αργότερα βλέπουμε να τερματίζεται. Με τον τραπεζικό πυλώνα των οικονομιών, πάντως, να ‘χει μείνει όρθιος…

Επιστρέφοντας πάντως από τον Όλυμπο των Νόμπελ Οικονομικών στην μικρή μας Ελληνική πραγματικότητα, μπορούμε να σκεφθούμε πόσο η λιγότερο-από-ικανοποιητική «διάσωση» των Ελληνικών συστημικών τραπεζών άφησε, σ’ εμάς, να διαλυθεί ο (ήδη προβληματικός) μηχανισμός αξιολόγησης των επιχειρήσεων από τις τράπεζες. Τώρα-τώρα ακριβώς! – που ο μηχανισμός αυτός χρειάζεται όσο ποτέ αν είναι  να ριζώσει η επενδυτική επανεκκίνηση, αυτή η έλλειψη κινδυνεύει να μετρήσει διπλά.