Συνεχιζόμενη πορεία στην ομίχλη με θετικότερη βάση εκκίνησης

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ήταν χαρακτηριστική η κατακλείδα της εισαγωγικής τοποθέτησης του (Προέδρου του) Τάκη Θωμόπουλου, στην πάντα πολύτιμη παρουσίαση της Τριμηνιαίας Έκθεσης  του ΙΟΒΕ για την Ελληνική Οικονομία. Μιας έκθεσης που δείχνεται ακόμη πιο αισιόδοξη από την επίσημη πρόβλεψη για τους φετινούς αναπτυξιακούς ρυθμούς (κάνει λόγο για αύξηση του ΑΕΠ έως και 6%, έναντι 5,3% του Προσχεδίου Προϋπολογισμού 2023, της πρόβλεψης 5,2% του ΔΝΤ, συν ενός ξεπερασμένου 4% των φθινοπωρινών προβλέψεων ΕΕ). πλην όμως προσγειώνει προσεκτικά για την επόμενη χρονιά όπου το κεντρικό σενάριο ΙΟΒΕ μιλάει για 1,6% (με τον Προϋπολογισμό 2023 να έχει βασιστεί σε 2,1%, το ΔΝΤ να μας έχει στο 1,8% η δε ΕΕ στο 2,4%). Πιο δυσμενή σενάρια υπάρχουν, καθώς η ιδιωτική κατανάλωση θα αποεπιταχύνει και το περιβάλλον διεθνώς σκουραίνει. Επέμεινε πάντως ο Τ. Θωμόπουλος, φέροντας στους ώμους του την πείρα πολλών κρίσεων των περασμένων δεκαετιών στον ΟΟΣΑ και την ΤτΕ, ότι το βασικό στοιχείο της τωρινής περιόδου είναι και θα παραμείνει η αβεβαιότητα.

Όχι μόνο λόγω Ουκρανικού. ούτε μόνο λόγω προβληματικής προσγείωσης από την «στο νήμα» αποπληθωριστική παρέμβαση των Κεντρικών Τραπεζών. ίσως και λόγω αναζήτησης νέου υποδείγματος, δίκην τυφλόμυγας… [Το σχόλιο προέκυψε από την συζήτηση].

Βλέποντας τις προβλέψεις να ομονοούν, με αποκλίσεις κάτω και από μισή μονάδα, πάντως συνειδητοποιώντας ότι για την ΕΕ και την Ευρωζώνη οι ρυθμοί αυξήσεως του ΑΕΠ θα είναι λίγο πάνω από το μηδέν (αν δεν κυριαρχήσει η υφεσιακή προοπτική Γερμανίας-Ιταλίας), αυτή η επισήμανση Θωμόπουλου αξίζει να κρατηθεί: πορεία στην ομίχλη, λοιπόν, με βάση πάντως ένα θετικότερο 2022.

Αυτό που λέμε «με βάση ένα θετικότερο 2022» αναφέρεται στο ότι το α’ 6μηνο της φετινής χρονιάς έτρεχε με ρυθμούς 7,7%-8%, και τούτο βασιζόμενο σε εξαιρετικά ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση στο β’ 3μηνο (+11%) την οποία το ΙΟΒΕ δεν δίστασε να χαρακτηρίσει «θετική έκπληξη». Εδώ, ας έχει ήδη σημειωθεί η υποχώρηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης μετά το καλοκαίρι. Η αύξηση των επενδύσεων συνέβαλε κι αυτή, αν και φρέναρε το β’ 3μηνο έναντι του α΄3μήνου (αύξηση 3,5% έναντι 20,3%). Τα θεαματικά στοιχεία για τις εξαγωγές (έτρεχαν με 47,4% το β’ 3μηνο) θέλουν λίγη αυτοσυγκράτηση στην αποτίμηση, καθώς απ’ αυτά οι εξαγωγές αγαθών ήταν ανοδικές κατά μόλις 3,3%. Αντισταθμιστικά, οι εισαγωγές έτρεξαν με +15,55%.

Τρία πρόσθετα στοιχεία τόνισε στην συνολική του παρουσίαση ο Γενικός Διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας. Το πρώτο ήταν το «ιστορικό υψηλό 27ετίας» στον πληθωρισμό – εδώ τα διαθέσιμα στοιχεία κάλυψαν 9μηνο – καθώς τόσο η άνοδος των τιμών της ενέργειας, όσο και ο πληθωρισμός χωρίς την ενεργειακή διάσταση (δηλαδή πλησιέστερα στον βάθρο του πληθωρισμού/στον δομικό πληθωρισμό…) παραμένουν πεισματικά υψηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Το σχετικό διάγραμμα της Τριμηνιαίας Έκθεσης δείχνει δυσοίωνα ψηλά ΚΑΙ τον δείκτη των τιμών ενεργειακών αγαθών ΚΑΙ τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή χωρίς ενέργεια και φόρους… Ήδη λοιπόν «γράφουμε» επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας των Ελληνικών προϊόντων (και υπηρεσιών) εντός της Ευρωζώνης.

Το δεύτερο στοιχείο έγκειται στην παρατήρηση ότι ναι μεν η δημοσιονομική εικόνα του 2022 – λόγω υπέρβασης του στόχου των εσόδων κατά 5,7 δις ευρώ, κυρίως βάσει των κατά 18,2% υψηλότερων εισπράξεων φόρων (λέγε με ΦΠΑ) αλλά και λόγω μετακίνησης των δόσεων ΕΝΦΙΑ – προέκυψε μέχρι στιγμής με πρωτογενές πλεόνασμα, πλην όμως το 2023 «ροκανίζεται» ήδη. Προσδοκώμενος στόχος ένα 0,7% αντί του αρχικού συζητηθέντος 1,1%, με άδηλο ακόμη το ύψος των δαπανών λόγω ανάγκης ενεργειακής στήριξης. Το κυριότερο όμως είναι άλλο: μετά και τις επιλογές για στήριξη επί πανδημίας (οριζόντια στήριξη, εν πολλοίς), μετά και την πρώτη φάση στήριξης στην ενεργειακή κρίση, «οι δημόσιες δαπάνες αυξήθηκαν, αναλογικά,  περισσότερο από τον μέσο όρο στην ΕΕ». Συνολικά, ο ρόλος του Δημοσίου στην Ελληνική οικονομία σταθερά μεγαλώνει – επί φιλελεύθερης διακυβέρνησης.

Το τρίτο στοιχείο επιχειρεί υπό μιαν έννοια να δώσει ένα «πάτημα» θετικής ανάγνωσης στο πάγιο πρόβλημα που αποτελεί για την Ελληνική οικονομία η άμεση διεύρυνση του εξωτερικού ισοζυγίου, κάθε φορά που επανέρχεται σε θετική αναπτυξιακή τροχιά. Άμα δει κανείς, αθροιστικά, εξαγωγές και εισαγωγές αντί για την συνηθισμένη προσέγγιση του καθαρού (αρνητικού…) ισοζυγίου, τότε βρίσκεται μπροστά σε ένα (διαχρονικά υψηλό) 82% του ΑΕΠ. Αυτό, για το ΙΟΒΕ, δείχνει «συστηματική εξωστρέφεια της Ελληνικής οικονομίας».

Να την δούμε, πάντως, την συνέχεια αυτής της προδιαγραφόμενης «πορείας στην ομίχλη με θετικότερη βάση εκκίνησης». Α, ναι, την ημέρα παρουσίασης της Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ, η απόδοση του 10ετούς Ελληνικού ομολόγου έπαιζε εκεί γύρω στο 5%. ζώνη κινδύνου λέγαμε, παλιότερα.