Από την αυτοπαγίδευση και τις υποσχέσεις, στο «ό,τι μπορούμε κάνουμε»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ούτε καινούργια, ούτε ακατανόητη είναι η μορφή αυτοπαγίδευσης που ζει σήμερα – με τη επάνοδο του πληθωρισμού (οι προσδοκίες/προβλέψεις ότι επρόκειτο μόνον για πρόσκαιρο φαινόμενο λίγων μηνών διαψεύσθηκαν. η ανάλυση που τον ήθελε επικεντρωμένο μόνο στις τιμές της ενέργειας ξεπεράστηκε), με την ταυτόχρονη παραμονή της πίεσης της πανδημίας (που όντως δείχνει να έχει φθάσει, ως Όμικρον, σε κορύφωση με τάση ύφεσης, αλλ’ ακόμη «παγώνει» την αγορά) – η κυβερνητική πολιτική στην Ελλάδα. Ακριβέστερα: οι υποσχέσεις πολιτικής και τα πρώτα μέτρα ανάγκης. Ασφαλώς και δεν πρόκειται για «Ελληνικό φαινόμενο», ωστόσο πολιτικά η συνεχής, μονόχορδη υπενθύμιση ότι πρόκειται για φαινόμενο παγκόσμιο – πράγμα που όντως ισχύει – δεν βοηθάει την νοικοκυρά ούτε όταν βλέπει το κόστος του φερώνυμου καλαθιού να ξεφεύγει, ούτε όταν της φθάνει ο λογαριασμός ηλεκτρικού/φυσικού αερίου. Και ακόμη λιγότερο χρησιμεύει σε όσους, ως εργαζόμενοι ή επαγγελματίες (ξανα)χάνουν  το έδαφος κάτω από τα πόδια τους με την κάμψη των τζίρων και την (νέα) πίεση στην αγορά.

Με το 2021 να κλείνει με καταγραφή του πληθωρισμού πάνω από 5% – τον Δεκέμβριο, κατά την ΕΛΣΤΑΤ – και με το ξεκίνημα του 2022 να μην υπόσχεται κάτι πιο ελεγχόμενο, ο αυτονόητος (για τα Ελληνικά πράγματα) πειρασμός ήταν να δοθούν στοργικές διαβεβαιώσεις ότι θα «ληφθούν μέτρα».  Η δημοσκοπική απειλή, βλέπετε, πάντα παρούσα. Η μηντιακή πίεση καθημερινή. Τα στοχευμένα στο ενεργειακό μέτωπο κόστους μέτρα έχουν προωθηθεί – πλην όμως δεν γινόταν να αποκαταστήσουν παρά μέρος των απωλειών εισοδήματος των καταναλωτών, πέραν του ότι οι ιδιώτες πάροχοι ενέργειας δυσανασχετούν ήδη. Από κει και πέρα, η διάχυση του πληθωριστικού κόστους στην οικονομία, που επιταχύνεται – μπορεί το φυσικό αέριο να «πετάει» και το ρεύμα να ακολουθεί, όμως το +20% στα αμνοερίφια ή το λάδι είναι πολύ πιο διαβρωτικό… – οδήγησε σε υποσχέσεις για οριζόντια μέτρα. Που, φυσικά, δεν μπόρεσαν να υλοποιηθούν: η ανακίνηση του θέματος ευρείας μείωσης του ΦΠΑ από τον συνήθη ύποπτο Άδωνι Γεωργιάδη (κάτω από ομοβροντία απαιτήσεων της Αντιπολίτευσης) δεν γινόταν να μην ακυρωθεί από τον ΥΠΟΙΚ Χρήστο Σταϊκούρα. Ενώ ο αναπληρωτής ΥΠΟΙΚ Θόδωρος Σκυλακάκης, ως νέος Κάτων τιμητής, δεν παύει να επαναλαμβάνει το αυτονόητο: ότι τα μέτρα στήριξης με κόστος, θα μεταφρασθούν αύριο/μεθαύριο σε φορολογική πίεση. Αλλά… ποιος ακούει, τέτοιες ώρες!

Κάτι ανάλογο διαδραματίσθηκε και στο μέτωπο του κατώτατου μισθού. Όπου οι φόβοι για τροφοδότηση ανοδικού σπιράλ στις αμοιβές που είχαν οδηγήσει στο εξαιρετικά τσιγγούνικο 2% από 1/1/2022 – φόβοι όχι κάτι τόσο πειστικοί, μετά από τόσα χρόνια συμπίεσης των αμοιβών της εργασίας, Τροϊκανούς «υποκατώτατους» μισθούς, πάγωμα των συλλογικών διαπραγματεύσεων κοκ -, δεν πρόλαβαν να υποχωρήσουν εγκαίρως. Χρειάστηκε να τρανταχτεί ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στην συνέντευξή του στον Ν. Χατζηνικολάου, ώστε να προαναγγελθεί η δεύτερη αύξηση του κατώτατου, εσπευσμένη μέσα στο α΄6μηνο του δύσκολου 2022, πάντως άνω των 700 ευρώ. Όμως, ήδη η πολιτική ανάγκη υπερανακοινώσεων είχε βάλει τρικλοποδιά: μέχρι και για αύξηση διπλάσια των ρυθμών ανάπτυξης γινόταν λόγος – όπου, με υπόσχεση για 8% άνοδο του ΑΕΠ στο σύνολο του 2021, θα βρισκόμασταν σε εξωπραγματικές αυξήσεις του κατώτατου, με άτοπο μισθολογικό creep σ’ όλη την πυραμίδα αμοιβών.

Και το τελευταίο: τα μέτρα που προανακοινώθηκαν για στήριξη των κλάδων που πάλι πλήττονται από τους διαφοροποιημένους περιορισμούς  λειτουργίας – από την συμπιεσμένη λειτουργία της εστίασης μέχρι την σχεδόν σίγαση της διασκέδασης (και πάλι: δεν είναι ακριβώς το ίδιο τα μπουζούκια με τα θέατρα…) – οδήγησε σε επαναφορά του μέτρου των προσωρινών αναστολών εργασίας, συν των ενισχύσεων για χαμένους τζίρους. Αλλά μόνον για τον Ιανουάριο, «και βλέπουμε». Εδώ, πάλι, ξεκίνησε ήδη γύρος διεκδίκησης, στην λογική του ποσοστού των εργαζόμενων (αλλού 100%, αλλού 25%) που «προσφέρεται» σε αναστολή, αλλά και του χαμένου τζίρου που φέρνει ενίσχυση. Δεν άργησαν τα παράπονα…

Τελικό συμπέρασμα: από την αυτοπαγίδευση και τις υποσχέσεις, στο «ό,τι μπορούμε κάνουμε».