Η προσχηματική και η ουσιαστική συζήτηση για τον κατώτατο μισθό

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Επανήλθε – και τείνει να εγκατασταθεί, πλέον – στην πρώτη γραμμή του ενδιαφέροντος μιας ευρύτερης κοινής γνώμης το θέμα του κατώτατου μισθού. Που η πίεση από την ακρίβεια στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς έκανε ήδη την Κυβέρνηση, και προσωπικά τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, να σπεύσει να προαναγγείλει ότι, πέρα από την ασθενική/συμβολική αύξηση του 2% από 1ης Ιανουαρίου 2022 (προσοχή! ο κατώτατος στην Ελλάδα είχε μείνει στάσιμος στα επίπεδα του 2019, ενώ π.χ. σε 17 χώρες της ΕΕ υπήρξε αύξηση το 2021, και απ’ αυτές 14 είχαν ήδη κάνει αύξηση του κατωτάτου το 2021), θα υπάρξει πρόσθετη αύξηση μέσα στην τρέχουσα χρονιά από 1ης Μαΐου αντί της προγραμματισμένης 1ης Ιουλίου. Ήδη, μιλώντας το περασμένο Σάββατο στον Γιώργο Αυτιά του ΣKAI, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επανέλαβε ότι η αύξηση θα είναι «γενναία» και πάντως πολύ πέραν του γλίσχρου 2%. Στην δημοσιογραφική απόπειρα να αναφερθεί (έστω και σε περιβάλλον μεν Γ. Αυτιά, αλλά με φόντο συνέντευξης το Μέγαρο Μαξίμου, με Βρεφοκρατούσα του Παρθένη…) το προσδοκώμενο επίπεδο κάπου στα 700 ευρώ – έναντι των 663 ευρώ μετά την «αύξηση» του 2% –  δεν θέλησε ο Κ. Μητσοτάκης να το επαληθεύσει. Παρέπεμψε στην νομοθετημένη διαδικασία της χρονοβόρας διαβούλευσης με εργοδοτικούς φορείς (ΣΕΒ, ΣΕΤΕ, ΕΣΕΕ), με ΓΣΕΕ, αλλά και Τράπεζα της Ελλάδος, ΚΕΠΕ, ΙΟΒΕ. Πάντως η αναφορά σε επίπεδο 800 ευρώ – που είχε μνημονευθεί από το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ ήδη όταν γινόταν η συζήτηση του +2% –, πέρα από την ανάκτηση του επιπέδου των 751 ευρώ (ευτυχώς εκείνο το αδιανόητο του «υποκατώτατου» έχει σβήσει από την μνήμη),  βρήκε τον Πρωθυπουργό ευθέως αντίθετο, Θεμέλιο: η επίκληση της μη-αντοχής των μικρομεσαίων.

Προσερχόμενος επίσης στον ΣΚΑΙ, δυο μέρες αργότερα, (αυτός όμως στο στούντιο) ο Αλέξης Τσίπρας στην εκπομπή των «Αταίριαστων» Χρήστου Κούτρα/Γιάννη Ντσούνου, όχι απλώς στήριξε τον κατώτατο στα 800 ευρώ αλλά και δήλωσε ότι – αν η Κυβέρνηση κατέληγε σε ένα τέτοιο ύψος – ο ίδιος/ο ΣΥΡΙΖΑ θα στήριζε…

Πολύ περισσότερο ακόμη και από την επερχόμενη απειλή της συνεχιζόμενης ακρίβειας, εκείνο που τραυματίζει τα νοικοκυριά είναι η απώλεια αγοραστικής δύναμης που ήδη καταγράφεται. Τελευταία στοιχεία της ΓΣΕΕ μιλούν για απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου κατά 10,4%, ενώ ο μέσος μισθός των εργαζομένων μερικής απασχόλησης πήγε ακόμη πιο πίσω, στο -13,7%. Η πλέον πρόσφατη απώλεια αγοραστικής δύναμης, σε ένα μήνα μόνο, ήταν 7%, με αναγωγή σε ετήσια βάση. Αν πάει κανείς πιο πίσω, μετά τα τραυματικά χρόνια των Μνημονίων η αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού έχει κάνει βουτιά (σύμφωνα με τους υπολογισμούς του ΙΝΕ της ΓΣΕΕ) κατά  9,45% της αγοραστικής δύναμης σε σχέση με το 2010. στο μέγεθος αυτό είμαστε στην 5η κατώτερη θέση της ΕΕ «27». Στην κάτω ομάδα των χωρών αυτών (12 συνολικά) που έχουν χαμηλή αγοραστική δύναμη του κατώτατου μισθού βρίσκει κανείς μόνον Ανατολικές χώρες, συν… εμάς και την Πορτογαλία. Εκείνο που δεν πρέπει να φεύγει από τα μάτια μας, είναι ότι στην Ελλάδα το ποσοστό των απασχολούμενων που θα επηρεασθεί – τώρα – από την όποια αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ένα πολύ σημαντικό 35% του συνόλου. την ίδια στιγμή σε Ισπανία και Ιρλανδία το αντίστοιχο ποσοστό είναι 26%, στην Γαλλία μόνον 10%, στο Βέλγιο μόλις 3%. Το αναφέρουμε αυτό, επειδή η άλλη ξορκιζόμενη διάσταση της αύξησης στον κατώτατο – το creep factor, ότι δηλαδή θα συμπαρασυρθούν τα παραπάνω μισθολογικά κλιμάκια, πρέπει πάντα να «διαβάζεται» με αυτό το στοιχείο κατά νουν.

Τέλος, επειδή η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό συχνά συσχετίζεται με την καθοριστική σημασία που έχουν εν προκειμένω οι συλλογικές διαπραγματεύσεις στις διάφορες χώρες, ας θυμηθούμε ότι σ’ εμάς οι συλλογικές συμβάσεις δεν καλύπτουν παρά ένα 26% του εργατικού δυναμικού, ενώ π.χ. σε Ισπανία βρίσκονται σε 70%, στην Ιταλία στο 80%, στην Γαλλία ξεπερνούν το 90%. Την αποσύνδεση της συζήτησης για τον κατώτατο μισθό από την συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων (εργοδοτών και εργαζομένων) της «οφείλουμε» στην αλήστου μνήμης Τρόικα. Η οποία έκρινε/αποφάσισε ότι η εργοδοσία στην Ελλάδα «τα βρίσκει» πολύ χαλαρά με τα συνδικάτα, οπότε η ανάκτηση της ανταγωνιστικότητας θα απαιτούσε ο κατώτατος μισθός – και το αντίστοιχο ημερομίσθιο των 29,62 ευρώ, που τώρα θα πάει ας πούμε στα 32 ευρώ… – να ορίζεται από τον Υπουργό Εργασίας μετά από διαβούλευση απλώς με κοινωνικούς εταίρους και σοφούς.

Βέβαια… πέραν της Τρόικας και των Θεσμών, τώρα μας τελειώνει και η ενισχυμένη εποπτεία, όχι;