Μετά το Eurogroup: σωσίβιο στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις – με μέτρο!

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τρία σημεία στήριξης βρήκε (ή: μπορεί να θεωρήσει ότι βρήκε) η Ελληνική Κυβέρνηση στις επιλογές που διαμορφώθηκαν στο χθεσινό Eurogroup για τον δημοσιονομικό σχεδιασμό μετά το σοκ του Ουκρανικού και την εγκατάσταση, πλέον, του πληθωρισμού στην οικονομική πραγματικότητα, προκειμένου να εφαρμόσει τις  σχεδιαζόμενες πολιτικές ενίσχυσης των καθημερινών ανθρώπων – και της οικονομίας. Πολιτικές ενίσχυσης που αποτελούν, γι’ αυτήν, υπαρξιακή ανάγκη στην τωρινή στροφή των πραγμάτων. όμως αποτελούν και ορατή άμεση ανάγκη για την οικονομία, για τα νοικοκυριά που βρίσκονται αντιμέτωπα με τους λογαριασμούς ρεύματος και φυσικού αερίου, ταυτόχρονα με το γενικό κόστος του «καλαθιού της νοικοκυράς», καθώς και για τις επιχειρήσεις που (ξανα) κινδυνεύουν να προσαράξουν.

Τρία σημεία στήριξης, πλην όμως και δύο σήματα κινδύνου που δείχνουν είσοδο σε ναρκοπέδιο.

Πρώτο σημείο στήριξης: στις θέσεις του Eurogroup – και στις επεξηγήσεις που έδωσε ο Πρόεδρός του Πασχάλ Ντόναχιου και ο Επίτροπος Οικονομικών και Δημοσιονομικών Θεμάτων Πάολο Τζεντιλόνι – επισημάνθηκε ότι η διατήρηση βιωσιμότητας του χρέους πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα, αλλά (α) επισημάνθηκε η ιδιαιτερότητα των Κρατών με υψηλό δημόσιο χρέος (η Ελλάδα αποτελεί το απόλυτα παράδειγμα), (β) εξηγήθηκε ότι η δημοσιονομική προσαρμογή που θα απαιτηθεί τώρα θα πρέπει να ξεκινήσει μεν αλλά να είναι σταδιακή, ενώ (γ) προστέθηκε in extremis μια παραδοχή ότι όλα αυτά τα ενάρετα θα πρέπει να επιδιωχθούν «εφόσον το επιτρέψουν οι συνθήκες». Όλα αυτά δημιουργούν ένα πλαίσιο εύλογης/μετρημένης περαιτέρω χαλαρότητας, που επιτρέπει σε μια Κυβέρνηση να βλέπει το χρέος της άνω του 200% του ΑΕΠ (στις χώρες της Ευρωζώνης είναι, κατά μέσο όρο, στο 100%) κι όμως να συνεχίσει να τονώνει την οικονομία και να ρίχνει σωσίβιο στα νοικοκυριά. Με μέτρο…

Πάμε τώρα στις δυο επισημάνσεις που «συμμαζεύουν αυτήν την, ας την πούμε, βολική/accommodating τοποθέτηση. Πρώτον, το Eurogroup θυμίζει ότι η επιδίωξη της σταθεροποίησης του χρέους δεν αφήνεται για «κάποτε», αλλά θα χρειαστεί να ενταχθεί στον δημοσιονομικό σχεδιασμό για το 2023. Δεύτερον, πυρήνας των επιδιώξεων θα πρέπει να είναι η επιδίωξη ρυθμών ανάπτυξης μέσω «υψηλής ποιότητας»  επενδύσεων – μαζί όμως και μεταρρυθμίσεων, που απαιτούνται για την «βελτίωση της σύνθεσης των δημοσίων οικονομικών». (Υπάρχει μάλιστα και μια πρόσθετη επισήμανση, που δεν αφορά ειδικά τα Κράτη με υψηλό χρέος, αλλ’ όλους στην Ευρωζώνη: θα χρειαστεί να βελτιώσουν την ανθεκτικότητα/resiliency των οικονομιών τους με εθνικά χρηματοδοτούμενες επενδύσεις. Μια προσεκτική ανάγνωση, εδώ, αφήνει να φανεί ότι οι προσδοκίες για ένα – νέο, πρόσθετο! – Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας καλόν είναι να μένουν χαμηλά…).

Όσοι λοιπόν ωθούν την Κυβέρνηση σε νέο γύρο οριζόντιων μέτρων, του τύπου εκείνων που λειτούργησαν τα δυο χρόνια της πανδημίας του κορωνοϊού, με επιχείρημα «πού να διαμορφώνεις, τώρα, στοχευμένα μέτρα!», δεν της προσφέρουν καλές υπηρεσίες. Όπως συνέβη και με τις επισημάνσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, που συνεχίζει μεν να διευκολύνει τα Ελληνικά μη-επιλέξιμα ομόλογα αλλά στα πλαίσια μιας νομισματικής πολιτικής που ήδη σφίγγει (παρά τις εκκλήσεις για διατήρηση χαλάρωσης λόγω Ουκρανικής κρίσης), έτσι και με το κλίμα στο Eurogroup. Άμα θεωρηθεί ότι – σε όρους 2022, βέβαια… – «λεφτά υπάρχουν» λόγω της ζυγιασμένης στάσης Eurogroup, θα προσφερθούν κάκιστες υπηρεσίες στην Κυβέρνηση του τέλους 2022/2023. (Μαντεύουμε την απάντηση: «μα, τώρα έχουμε εκλογές να διεκπεραιώσουμε!»).