«Όταν τα πράγματα αλλάζουν, αλλάζω κι εγώ την γνώμη μου. Εσείς, δηλαδή, τι κάνετε;»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Το έλεγε ήδη η Ετήσια Έκθεση του Διοικητή ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα, «οι Ελληνικές τράπεζες έχουν να αντιμετωπίσουν, στο τρέχον περιβάλλον, σημαντικές προκλήσεις όπως τα νέα Μη-Εξυπηρετούμενα Δάνεια που ενδέχεται να προκύψουν μετά την απόσυρση των μέτρων στήριξης, αλλά και εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού».

Και μπορεί τα μέτρα στήριξης να επιχειρείται να διατηρηθούν ακόμη (με φόβο ψυχής, όσο κι αν οι αρμόδιοι της οικονομικής πολιτικής το παίζουν ατρόμητοι στις δημόσιες δηλώσεις της), όμως ο πληθωρισμός με άλμα 8,9% τον Μάρτιο (έναντι 7,2% τον Φεβρουάριο) σε υψηλό 27ετίας ήδη, κάνει τις επίσημες προβλέψεις για 5% στο σύνολο έτους να χλωμαίνουν. Και, αν μη τι άλλο, η αύξηση των ληξιπρόθεσμων των ιδιωτών προς το Δημόσιο – δείκτης πιο ευαίσθητος απ’ ό,τι το κοκκίνισμα δανείων προς τις τράπεζες – επιβεβαιώνεται από την ΑΑΔΕ ότι πήρε τον ανήφορο με στοιχεία 2μήνου: οι αναφορές σε απόλυτα μεγέθη – ξεπεράσαμε αισίως τα 113 δις ευρώ – ή και το άλμα του ρυθμού δημιουργίας νέων χρεών σε σύγκριση με πέρσι (σχεδόν 78%…) δεν λένε και πολλά πράγματα. Όμως, όπως η στήριξη εισοδημάτων επί πανδημίας δημιούργησε «μαξιλάρι» καταθέσεων, έτσι τώρα και η ακρίβεια που κατατρώγει τα εισοδήματα επαναφέρει το φάσμα μη-εξυπηρέτησης δανείων και αύξησης των ληξιπρόθεσμων. (Διόλου τυχαίο, ο SSM ζητούσε από τις συστημικές τράπεζες να δηλώσουν τι επιπτώσεις αναμένουν από την τωρινή κρίση. Πιο ευγενικοί, «οι Θεσμοί» δεν πολυερωτούν αντίστοιχα ενόψει της λήξης της επιτήρησης της Ελληνικής οικονομίας το φετινό καλοκαίρι – δεν ρωτούν ακόμη, δηλαδή).

Διόλου παράξενο, λοιπόν, που στο άνοιγμα του πρώτου από τα φετινά (προεκλογικά, θέλουμε/δεν θέλουμε!) Συνέδρια των κομμάτων – εκείνο του ΣΥΡΙΖΑ, που ευθέως κάλεσε «ελάτε να κυβερνήσουμε μαζί» – στις 5+1 δεσμεύσεις που κατατέθηκαν προβεβλημένη θέση κατέχει, πέραν της εντελώς επίκαιρης για αύξηση του κατώτατου μισθού (στα 800 ευρώ – δηλαδή σχεδόν  κατά 20%), η δέσμευση για διαγραφή μέρους των χρεών της πανδημίας και πέραν τούτου  για 120 δόσεις στο υπόλοιπο, συν μείωση κατά 50% των αυξημένων τιμολογίων που αντιμετωπίζει ο καταναλωτής.

Αναμενόμενη η αντίδραση, από μέρους της Κυβέρνησης, περί πλειοδοσίας, μηδενικής αξίας υποσχέσεις της (Αξιωματικής) Αντιπολίτευσης, περί λεφτόδενδρων κοκ. Ωστόσο, πέραν της αναμονής τώρα για τις αντίστοιχες θέσεις της (ελάσσονος) Αντιπολίτευσης – δηλαδή του ΠΑΣΟΚ προς το οποίο στρεφόταν η έκκληση Τσίπρα για ενδεχόμενη συγκυβέρνηση (τώρα που οι δημοσκοπήσεις τρεμοπαίζουν, μετά από δυόμιση χρόνια ακινησίας) – έχει ενδιαφέρον η κινητικότητα προθέσεων στην ίδια  την Κυβέρνηση. Όπου, αν δεν «κινηθεί» σε ορίζοντα κάποιων εβδομάδων η Ευρώπη (βέβαια, η έκτακτη Κορυφή αργεί: 30-31 Μαΐου λέει ο προγραμματισμός), επανέρχεται η προαναγγελία Κυριάκου Μητσοτάκη για πρόσθετα-πρόσθετα μέτρα στήριξης σε εθνικό επίπεδο, μη αποκλεισμένων ούτε των έως τώρα αποκρουόμενων μειώσεων ΦΠΑ ή νέων γενικών επιδομάτων «ακριβείας».

Ενώ λοιπόν θα προχωράει σ’ εμάς με την αναμενόμενη (προεκλογική περίοδος, γαρ, παρόλη την διάψευση πρόωρων εκλογών: τα γνωστά) έντονη συζήτηση για την πρόσθετη χαλάρωση που αντέχει ή δεν αντέχει η οικονομία, κάνει καλό προκειμένου να μην αισθανόμαστε και τόσο μόνοι μια ματιά στην Γαλλική τελική ευθεία των Προεδρικών εκλογών.

Ο ανεπίληπτης (πιστευόταν…) οικονομικής  σωφροσύνης Εμμανουέλ Μακρόν όχι μόνο έκανε πίσω στο κρίσιμο συνταξιοδοτικό και στην κατώτατη σύνταξη, ή και στον ενεργειακό σχεδιασμό, αλλά και ευθέως ανοίγεται προς χαλαρότερη πολιτική δαπανών.

Γνωρίζοντας από τα πιο διανοούμενα χρόνια του την αποστομωτική ρήση του του Τζων Μέιναρντ Κέινς, ο Μακρόν μάλλον θυμήθηκε το: «Όταν τα πράγματα αλλάζουν,  αλλάζω κι εγώ την γνώμη μου. Εσείς, δηλαδή, τι κάνετε;». Σ’ εμάς… ποιος και πώς να θυμηθεί ή/και να επικαλεσθεί Κέινς;