Περί της σοβαρότητας προθέσεων της ΕΕ στην Ανατολική Μεσόγειο

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η αλήθεια είναι ότι στην αμέσως επόμενη στροφή θα κριθεί (πάλι; πάλι!) η ειλικρίνεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση της επιθετικότητας της Τουρκίας απέναντι σε Κράτος-μέλος της ΕΕ. Της Κυπριακής Δημοκρατίας αυτή την φορά, με την πολύ ευθεία αμφισβήτηση του δικαιώματός της να αναθέτει την διεξαγωγή ερευνών για υδρογονάνθρακες στην (ανακηρυγμένη) ΑΟΖ της, σε διεθνείς παίκτες όπως η ExxonMobil (60%) και η Qatar Petroleum (40%). Ο λόγος για τις έρευνες των δυο στο Οικόπεδο 10 βάσει Κυπριακής ΝAVTEX: η Τουρκία απειλεί ότι θα παρεμποδίσει. αλλά και για την εντελώς πρόσφατη απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Κύπρου να αναθέσει και το Οικόπεδο 5. Ο Τούρκος ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου δήλωνε ρητά ότι «η Τουρκία δεν θα επιτρέψει σε οποιαδήποτε χώρα, εταιρεία ή πλοίο να πραγματοποιήσει έρευνα υδρογονανθράκων χωρίς άδεια στο πεδίο θαλάσσιας δικαιοδοσίας της […] και της ΤΔΒΚ».

Και επί του πεδίου, μεν, θα δούμε τι θα συμβεί και από τις ΗΠΑ και από το (όχι αδιάφορο για την Άγκυρα) Κατάρ. Όμως σοκάρει το γεγονός ότι παρόμοιες Τουρκικές ρητές δηλώσεις έρχονται την στιγμή – μα, την στιγμή ακριβώς! – που το Συμβούλιο Υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, στην σύνοδό του στις Βρυξέλλες, ανέβαλε για μιαν ακόμη φορά – πρέπει να είναι η τέταρτη ή πέμπτη – να ασχοληθεί με το διαβόητο options paper που «χρωστά» εδώ και καιρό ο Ύπατος Εκπρόσωπος της ΕΕ για τις εξωτερικές σχέσεις, και το οποίο εμείς μεν (δηλαδή η Αθήνα/Νίκος Δένδιας και η Λευκωσία/Νίκος Χριστοδουλίδης) αποκαλούμε πλαίσιο κυρώσεων/sanctions που θα επαπειλούνται κατά της Άγκυρας, ενώ οι Βρυξέλλες ούτε καν κάνουν πλέον λόγο για μέτρα/measures αλλά αρκούνται σε ανάλυση των (διαφορετικών επιμέρους) προσεγγίσεων των Κρατών μελών στο θέμα των σχέσεων με Τουρκία.

Δεν μπορεί βέβαια να παραβλέπει κανείς πως σε αυτό το Συμβούλιο Υπουργών η Γερμανία – με επικεφαλής της διπλωματίας της πλέον την Ανναλένα Μπέρμποκ των Πρασίνων –  είχε δυσκολία να τοποθετηθεί επί των όποιων options του Ύπατου Εκπροσώπου, μέχρις ότου σχηματοποιηθεί η νέα γραμμή πολιτικής της νεόκοπης Κυβέρνησης Συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών/Πρασίνων/Φιλελευθέρων. Που, όμως, είχαμε ελπίσει και στην Αθήνα και την Κύπρο, ότι θα την βλέπαμε να διαμορφώνεται λιγότερο θετική προς την Άγκυρα απ’ ό,τι επί Χριστιανοδημοκρατών/Σοσιαλδημοκρατών. Πέραν τούτου, πάντως, ούτε η Γαλλία – που υποτίθεται έχει ενδιαφέρον για την Ανατολική Μεσόγειο – έδειξε ιδιαίτερα ενοχλούμενη από την προοπτική να σέρνεται η υπόθεση των Ευρωπαϊκών κυρώσεων, ή έστω μέτρων, κατά της Τουρκικής στάσης χωρίς ορατό ορίζοντα.

Κάποιοι θα πουν ότι η Άγκυρα επ’ εσχάτων ούτε κινήσεις απέναντι στον Ελληνικό χώρο όπως το καλοκαίρι του 2020 (Ορούτς Ρέις) έκανε πλέον, ούτε με το Μεταναστευτικό/Προσφυγικό ανέβασε περισσότερο τους τόνους (άρα… η σκιά απειλής μέτρων της ΕΕ κάπως λειτουργεί).  Αν είναι έτσι, μάλλον είμαστε σαν την καλαμιά στον κάμπο στο διεθνές σύστημα να πιστεύουμε μόνοι ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο λειτουργεί η εξωτερική πολιτική, δηλαδή σαν σκάκι παρακολούθησης με τις κινήσεις που δεν επιλέγει να κάνει στην μια πλευρά της σκακιέρας ο αντίπαλος, ενώ προωθεί παντού αλλού τα πιόνια του.