Η κηδεία Κωνσταντίνου, ο εξαναγκασμός της κοινωνίας να είναι πολιτικά ολιγαρκής, οι «άλλοι» και οι «άλλοι»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όταν θα έχει πλέον ολοκληρωθεί η σημερινή κηδεία του Κωνσταντίνου, τέως Βασιλέως των Ελλήνων (κρατούμε την ονομασία που επέλεξε η Α4575/1996 απόφαση ΣτΕ, σημειώνοντας ότι η ονομασία αυτή αναφέρεται στο σχετικό δικόγραφο «όχι ως τίτλος ευγενείας, ο οποίος απαγορεύεται από το Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ. 7) αλλά για να προσδιοριστεί η ταυτότητα του αιτούντος, ο οποίος στερείται επωνύμου»,  προκειμένου να παρακάμψουμε την ονοματολογία που πάλιν άνθησε, μπορεί κανείς να ελπίσει ότι θα έχει κλείσει ένας ακόμη κύκλος δημόσιων αντιδικιών. Αντιδικιών γύρω από ένα ζήτημα που έδειχνε να έχει φύγει από την πάντα πρόθυμη σε αναφλέξεις δημόσια συζήτηση στην Ελλάδα του 2023, και που είναι να εύχεται κανείς να μην φωλιάσει – ως μια ακόμη αφορμή διχαστικότητας – στην προεκλογική αυτή χρονιά.

Η αρχική απόφαση της Κυβέρνησης – μετά από διϋπουργική που επισημοποίησε  προηγηθέντα «πρωϊνό καφέ» – ήταν να ταφεί ο Κωνσταντίνος ως ιδιώτης, στο Τατόι όπου και οι πρόγονοί του σε δυο συστάδες ταφικών μνημείων. η Κυβέρνηση να εκπροσωπηθεί από την υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη. διαδικασίες πρωτοκόλλου να τηρηθούν (μόνον) για τους επισήμους οι οποίοι (αναπόδραστα) θα παραστούν. τα της κηδείας να ρυθμιστούν σε συνεννόηση της οικογένειας του θανόντος με την Εκκλησία. Έτσι προέκυψε η επιλογή της Μητρόπολης για την εξόδιο ακολουθία. έτσι και η  (περιορισμένης διάρκειας) δημόσια έκθεση της σορού. Πάντως τιμές οποιασδήποτε μορφής αποφασίστηκε ότι δεν θα αποδίδονταν. μέτρα τάξης ασφαλώς στην περιοχή της Μητρόπολης, ακόμη περισσότερο στην μετάβαση/παρουσία επισήμων στο Τατόϊ.

Πλην όμως, όταν ακολούθησε η ανάφλεξη των τηλεπαραθύρων, με ουκ ολίγους αυτόκλητους υπερασπιστές της απόδοσης τιμών αρχηγού Κράτους και αντίστοιχα πολλούς να επαναφέρουν τα δεινά από την διαδρομή της Μοναρχίας στην Ελληνική ιστορία, η αρχική στάση/δήλωση Κυριάκου Μητσοτάκη περί «θανάτου που γράφει και σε τυπικό επίπεδο ένα κεφάλαιο που έχει κλείσει» συν η άποψη ότι «η Ιστορία θα κρίνει τον Κωνσταντίνο δίκαια και αυστηρά» (τοποθέτηση σαφώς πιο συγκρατημένη από το «unfair» Κωνσταντίνου Μητσοτάκη για το δημοψήφισμα του 1974…), υπέστη μια αισθητή διαφοροποίηση.

Δόθηκε η διαβεβαίωση ότι η κηδεία «θα τελεσθεί με το τελετουργικό που επιβάλλεται από την ιστορική του διαδρομή». Προστέθηκε στην Λίνα Μενδώνη – η οποία βρέθηκε επικεφαλής κλιμακίου απομάκρυνσης των καμένων του 2021 και γενικότερου ευπρεπισμού του ψιλο-ρημαγμένου περιβάλλοντος χώρου στο Τατόι: η γνώριμη εικόνα της Ελλάδας – για την κυβερνητική εκπροσώπου επιστρατευόμενους επειγόντως ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης, αλλά και επίτιμος Πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας Παναγιώτης Πικραμμένος. (Μικρή παρένθεση: ο Τ. Πικραμμένος πρέπει να ήταν στην σύνθεση ΣτΕ που έκρινε συνταγματικές της ρυθμίσεις του νόμου 2215/1994 με τον οποίο είχε ανατραπεί επί Ανδρέα Παπανδρέου η  συμφωνία για την βασιλική περιουσία του 1992, που είχε κυρωθεί με τον νόμο 2086/1992 επί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Τότε – το 1993-94 υφυπουργός Προεδρίας και ύστερα Υπουργός Τύπου ο Βαγγέλης Βενιζέλος: Υπουργός Δικαιοσύνης ο Γ. Κουβελάκης).

Της αποφάσεως του ΣτΕ για την εγκυρότητα του ν. 2215/94 είχε προηγηθεί αντίθετη, του Αρείου Πάγου. Οπότε… το θέμα έφθασε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 100 Σ., το οποίο  ΑΕΔ τάχθηκε υπέρ της συνταγματικότητας.

Προσφυγή Κωνσταντίνου, Ειρήνης και (θείας του Κωνσταντίνου) Αικατερίνης με αντικείμενο τα βασιλικά κτήματα σε Τατόϊ, Πολυδένδρι (Θεσσαλίας) και ανάκτορο Μον Ρεπό (Κέρκυρας), ευδοκίμησε μεν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου/στο Στρασβούργο, με απόφαση της 20/11/2000 που αναγνώρισε ότι είχε υπάρξει προσβολή του δικαιώματος ιδιοκτησίας και με περαιτέρω βασική απόφαση της 28/11/2002, που απέδωσε ως «δίκαιη ικανοποίηση» μόλις 2,5% του αρχικώς διεκδικούμενου ποσού – δηλαδή τελικώς 13,7 εκατ. ευρώ. (13 εκατ. στον Κωνσταντίνο, 900.000 στην Ειρήνη, 300.000 στην Αικατερίνη, συν 500.000 για δικαστική δαπάνη).

Επιστρέφοντας τώρα στο σήμερα, μετά από ένταση που παρατηρήθηκε – ιδίως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – και από τοποθετήσεις προσωπικοτήτων πλησιέστερων στο αίτημα της οικογενείας για απόδοση τιμών στον εκλιπόντα Κωνσταντίνο (στις τοποθετήσεις αυτές θεωρήθηκε ότι συγκαταλέγεται εκείνη του Αντώνη σαμαρά, αν και δεν υπήρξε βαθύτερα διαφοροποιημένη) καθώς και από την στάση της Εκκλησίας που βρέθηκε πλησιέστερα προς το βασιλικό τυπικό (πιο ακραία η τοποθέτηση Μονών του Αγίου Όρους…), υπήρξε μια μετακίνηση της επίσημης θέσης της Κυβέρνησης πριν το «[όμως] η κηδεία θα τελεσθεί με αξιοπρέπεια και με το τελετουργικό που επιβάλλεται από την ίδια την ιστορική του διαδρομή».

Ας σημειωθεί ότι, από την πλευρά της Αντιπολίτευσης, τα αντι-δυναστικά αντανακλαστικά δεν βρήκαν ιδιαίτερα ισχυρή έκφραση. αυτό ίσως επέτρεψε στον Κυριάκο Μητσοτάκη να πει το «δεν βλέπω εντάσεις, αλλά μια ιστορική αναμόχλευση […] που ενδεχομένως να είναι χρήσιμη για τις νεότερες γενιές».

Όπου η συμμετοχή της κοινωνίας, ευρύτερα, θα κληθεί να γίνει με. τον ιδιότυπο τρόπο εορτασμού όλων των επίσημων εκδηλώσεων – δηλαδή με το κυκλοφοριακό χάος και την διαταραχή της ζωής των κατοίκων της Αθήνας. Συν την καταιγιστική τηλεοπτική κάλυψη με αλληλεπικαλυπτόμενες συνδέσεις. όπου το «ποιος πήγε» και «ποιος δεν παρέστη» είναι βέβαιο ότι θα έχει τον πρώτο λόγο.

Ωστόσο, η υπόθεση της κηδείας δεν έπαψε να έχει επιβαρύνει το κλίμα στην ήδη φορτισμένη δημόσια σφαίρα. Και να οδηγεί προς ανανεωμένες διχαστικές κατευθύνσεις. Όπου, πάντως, συνεχίζει κυρίαρχο ρόλο να διαδραματίζει η υπόθεση των παρακολουθήσεων/υποκλοπών/ «επισυνδέσεων» της ΕΥΠ, με το παράδοξο να ανεβαίνει η ένταση με αφορμή την διάσταση Εισαγγελέως Αρείου Πάγου – ΑΔΑΕ, και τούτο ενώ… ο έλεγχος της τελευταίας στα αρχεία των τηλεοπτικών παρόχων (τον οποίο έλεγχο επεδίωξε να αποτρέψει ο Εισαγγελεύς Α.Π.) είχε ήδη ολοκληρωθεί. Μαζί και οι διαρροές για τα δυσάρεστα ευρήματά του!

Τι έμεινε πίσω; Έμεινε πίσω μια αίσθηση ότι επιχειρείται ένας χειρισμός περιστολής των πολιτικών εκδηλώσεων του κοινωνικού σώματος. Πράγμα που, ακριβώς όταν συμπίπτει με την επιστροφή στο παρελθόν που τροφοδοτήθηκε από την υπόθεση της κηδείας, δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σ’ εκείνο που συνέφερε, τις τελευταίες ημέρες ο Βαγγέλης Βενιζέλος λέγοντάς το: «Η κοινωνία δεν μπορεί να εξαναγκάζεται να είναι πολιτικά ολιγαρκής “για να μην έρθουν οι άλλοι”, με αποτέλεσμα “οι άλλοι” να γίνονται χειρότεροι από τους “άλλους”».