Η δύσκολη αναζήτηση του «μαζί» και του «εμείς»

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Επιμένει ο ΣΕΒ, στην δεύτερη Γενική Συνέλευση με φυσική παρουσία επί Προεδρίας Δημήτρη Παπαλεξόπουλου (ανέλαβε το 2020, στο βάθος του lock-down, μέσω διαδικτύου), να αναβαθμίζει την προσέγγιση της κοινής πορείας. Για φέτος,  ως κεντρικό μήνυμα έχει επιλεγεί το: «Μαζί ανοίγουμε δρόμους». το 2021, το μήνυμα ήταν: «Επενδύουμε στο εμείς, χτίζουμε μέλλον».

Δεν ακολούθησε αυτήν την «γραμμή» στην – κατά παράδοση περιλαμβανόμενη στην κλειστή φάση των εργασιών της Γ.Σ. – παρέμβασή του ως επικεφαλής της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, ο Αλέξης Τσίπρας. Ο οποίος κάλεσε σε ανατροπή του «Μητσοτάκη effect». που, κατ’ αυτόν, τροφοδοτεί σήμερα όλες τις αρνητικές πρωτιές σε πληθωρισμό και ενεργειακή κρίση [και] οδηγεί  το ράλι των spreads που ανέβηκαν στις 300 bps, διογκώνοντας τις επιπτώσεις «με τις στρατηγικές του επιλογές». Ενώ έθεσε την έμφαση στο να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να βρεθούμε μπροστά σε «καταστάσεις διάρρηξης της κοινωνικής συνοχής», όταν ιδίως οι μισθοί παραμένουν σταθεροί ή και μειώνονται ενώ οι τιμές αυξάνονται δραματικά.

Προς συναινεκτικότερη κατεύθυνση επιχείρησε να φέρει την συζήτηση – με βάση ερώτηση/παρέμβαση του Δημ. Παπαλεξόπουλου – ο Τσίπρας δηλώνοντας ανοιχτός για μια συζήτηση γύρω από την μείωση του μη-μισθολογικού κόστους και διαψεύδοντας ότι υπάρχει διαφωνία με τον ΣΕΒ για το θέμα του κατώτατου μισθού. Και πάλι όμως τονίζοντας ότι «υπάρχει δραματική υποτίμηση της εργασίας στην χώρα μας».

Όμως η έκταση της δυσκολίας στην αναζήτηση του «μαζί» και του «εμείς» αναφάνηκε ακόμη περισσότερο στην συνέχεια των εργασιών της Γ.Σ. του ΣΕΒ – που, επίσης κατά παράδοση, γίνεται ανοιχτή στο κοινό. Εκεί, υπήρξε η κεντρική τοποθέτηση του Δημήτρη Παπαλεξόπουλου ενώπιον της ΠτΔ, του Πρωθυπουργού και ενός υπερπλήρους αμφιθεάτρου 1000 θέσεων και η (πρωτότυπη) συζήτηση του Προέδρου του ΣΕΒ με τον Κυριάκο Μητσοτάκη – με ηρωική προσπάθεια του Παύλου Τσίμα να συντονίσει, «συμμαζεύοντας» την εκφορά λόγου με κυριαρχική/προγραμματική λογική, ιδίως από πλευράς Μητσοτάκη.

Σ’ αυτήν την φάση, ο Δημήτρης Παπαλεξόπουλος αληθινά έφερε στην μνήμη των παρευρισκομένων εικόνες από τα χρόνια του Θόδωρου Παπαλεξόπουλου, με τον σαφή, στοχευμένο και ανυποχώρητο (εκφερόμενο με όλη την δημόσια ευγένεια) λόγο του ενώπιον της εξουσίας: ασφαλώς με πιο μοντέρνο /επίκαιρο λόγο, όμως αναγνώριζε κανείς την έντονη αναφορά στα προβλήματα της απονομής της Δικαιοσύνης (με τις καθυστερήσεις – μέλος του Δ.Σ. του ΣΕΒ είχε μόλις αναφερθεί σε υπόθεση που τελεσιδίκησε μετά από 22 χρόνια – και τις ανασφάλειες), της πολυνομίας και της κακονομίας, των αδειοδοτήσεων και των διαδικασιών. ομοίως την επαναφορά του θέματος του μη-μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων, με τις ασφαλιστικές εισφορές εργοδοτών να τραβούν προς τα κάτω την όποια ανταγωνιστικότητα. Στην ίδια αρχική τοποθέτησή του, ο Δημ. Παπαλεξόπουλος είπε κάτι που όλοι γνωρίζουν, πλην όμως λίγοι λέγουν – σαφώς: ότι ο συνδυασμός ενεργειακής μετάβασης με το τωρινό σοκ τιμών των καυσίμων λόγω (και) Ουκρανικού, θέτει και θα θέτει επί πολλά χρόνια την Ευρώπη σε ανταγωνιστική υστέρηση διεθνώς – και την Ελλάδα σε ενδεχόμενη υστέρηση εντός της υστέρησης.

Μπροστά σε αυτό το πλαίσιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν επεδίωξε να στρογγυλέψει και πολύ τις γωνίες. Δέχθηκε ως προτεραιότητες και την ανάγκη βελτίωσης της κατάστασης στην Δικαιοσύνη (ζητώντας πάντως να αναγνωρισθούν οι πρόοδοι που έχουν συντελεστεί όπως η πιλοτική δίκη, αλλά και παραπέμποντας ευγενικά στις ωριμάνσεις της ίδιας της Δικαιοσύνης – ενώπιον της ΠτΔ, πρώην Προέδρου του ΣτΕ, αυτό) και την μείωση του μη-μισθολογικού κόστους (παραπέμποντας όμως, εδώ, στην επόμενη τετραετία και επαναφέροντας την προϋπόθεση της εξασφάλισης δημοσιονομικού χώρου). Επανέλαβε ως εθνικό στόχο, εφικτό εντός του 2023 – και μάλιστα εντός του α΄6μήνου! – την επίτευξη της επενδυτικής βαθμίδας από την Ελλάδα, πράγμα αρκετά θαρραλέο αφού την ίδια στιγμή προωθούνταν έκτακτη παρέμβαση της ΕΚΤ προκειμένου να μην ξεφύγουν τελείως τα spreads των ιταλικών (και… των Ελληνικών!) ομολόγων, με αποδόσεις που θύμιζαν δυσοίωνα καταστάσεις προ δεκαετίας. Ταυτόχρονα, ανήγαγε σε σημαντικό σταθμό την (επικείμενη, δεδομένη) έξοδο από την Ενισχυμένη Εποπτεία, ως δείγμα της λήξης της εικόνας «Ελληνικής εξαίρεσης» εντός της Ευρωζώνης.

Στην δημόσια προβολή και τον αντίστοιχο σχολιασμό της συζήτησης Μητσοτάκη-Παπαλεξόπουλου το ενδιαφέρον στράφηκε – αναμενόμενο – στα περί πρόωρων εκλογών, που διαψεύσθηκαν, πλην με μια συνολική εικόνα της πρωθυπουργικής παρουσίας η οποία ευρύτερα παρέπεμπε σε «στρώσιμο» προεκλογικής τοποθέτησης – επίσης αναμενόμενο. Ουσιαστικότερη, και αρκετά συγκλίνουσα ήταν η συζήτηση των δυο γύρω από την ενεργειακή μετάβαση: κάποιοι από τους παρευρισκόμενους συζητούσαν στην συνέχεια μεταξύ τους ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο της κωδικής αναφοράς αμφοτέρων στον κίνδυνο «διαρροής άνθρακα»/carbon leakage, για να συνειδητοποιήσουν ότι ο λόγος ήταν περί της απομάκρυνσης των παραγωγικών δραστηριοτήτων από την ΕΕ (και την Ελλάδα…) ,με «μετανάστευση» σε περιοχές του κόσμου με πιο χαλαρές περιβαλλοντικές απαιτήσεις. Πάντως, γενικώς, υπήρξε παράλληλη αναγνώριση της νομοτέλειας στο πρασίνισμα, πλην της επισήμανσης Παπαλεξόπουλου ότι αν δεν στηριχθεί η Ελληνική παραγωγή ως προς τις ενεργειακές εισροές, θα προκύψει μείζον πρόβλημα.

Ένα τελευταίο σημείο, όπου προέκυψε σχετικό πάντα ευγενικό – «τζαρτζάρισμα», ήταν το ζήτημα της αύξησης του μεγέθους των Ελληνικών επιχειρήσεων. Εκεί, η αναφορά Παπαλεξόπουλου στην πάγια αυτή κατά ΣΕΒ προτεραιότητα (με αναφορά στο πόσο χαμηλά έχει θέσει η Κυβέρνηση το όριο επιδότησης από δράσεις Ταμείου Ανάκαμψης: στο 1/10 του κατά την ΕΕ επιτρεπόμενου), έκανε τον Κ. Μητσοτάκη όχι απλώς να αναφερθεί στα θεσπισμένα φορολογικά κίνητρα για συγχωνεύσεις αλλά και να εγκαλέσει – συγκρατημένα, πάλι – τον επιχειρηματικό κόσμο της Ελλάδας για μια τάση να μην εγκαταλείπει τον έλεγχο των επιχειρήσεων, πράγμα που αποτρέπει το μεγάλωμά τους..

Μια ακροτελεύτια παρατήρηση: συγκρατημένα, αν μη επιφυλακτικά τα χειροκροτήματα κατά την άφιξη των επισήμων – χλωμή η υποδοχή της ΠτΔ, συγκρατημένο χειροκρότημα στην είσοδο Μητσοτάκη, βέβαια πολύ-πολύ καλύτερο σε σχέση με την Σιβηρία στην προσέλευση Τσίπρα. Ούτε δε στην άφιξη της Κατερίνας Σακελλαροπούλου – ΠτΔ και γυναίκας – προσηκώθηκε πάνω από 10% του κοινού. Κατά τα άλλα, ζήτημα αν ένας στους 15 φορούσε μάσκα στο κατάμεστο αμφιθέατρο του «Ελληνικού Κόσμου».