Πόσο λειτουργούν οι μηχανισμοί;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικά αποδεικνύεται ότι ο φόβος που έχει ενσωματώσει η Αμερικανική Fed – η οποία, ό,τι κι αν θέλει να σκεφτεί κανείς, δεν έχει πάψει να οδηγεί την παγκόσμια οικονομία για καλό ή για κακό, από την Ευρωζώνη μέχρι τις αναδυόμενες οικονομίες –  από τον αποτυχημένο χειρισμό του tapering του Μαΐου 2013 (επί Μπεν Μπερνάσκι, όσο κι αν εκείνος πιστώνεται την συνολική διαχείριση της μεγάλης κρίσης μετά τα subprimes/την Lehman Brothers κοκ) , δηλαδή την απότομη απόσυρση της στήριξης που είχε δοθεί στο σύστημα με αποτέλεσμα περιδίνηση των αγορών, δεν παύει να στοιχειώνει την τωρινή στροφή των πραγμάτων. Αλλά και οι αγορές έχουν πάρει το δικό τους μάθημα, με την αντίστροφή φορά: πλέοντας πάνω στον όγκο κεφαλαίων που είχαν κινητοποιηθεί ανά τον κόσμο από τις διάφορες εκδοχές ποσοτικής χαλάρωσης των Κεντρικών Τραπεζών δεν έδειξαν αρχικά να εντυπωσιάζονται από τις ανακοινώσεις του Τζερόμ Πάουελ.

Η απόφαση να διπλασιασθεί ο ρυθμός με τον οποίο μειώνει στις αγορές τίτλων στα 30 δις δολάρια/μήνα, οπότε το Πρόγραμμα της Fed θα «κλείσει», και τον Μάρτιο του 2022 (και όχι τον Ιούνιο) , ερχόμενο δηλαδή να παραλληλισθεί με τον ανάλογο προαποφασισμένο τερματισμό των ΡΕΡΡ της ΕΚΤ επίσης τον Μάρτιο, με προβλεπόμενη αύξηση-σύρσιμο/creep των επιτοκίων κατά 0,75% σε τρεις ισόποσες δόσεις μέσα στο 2022, άφησε την Ουόλ Στρητ (και Dow Jones και Nasdaq) αρχικά αδιάφορη. Η μετριοπαθής κίνηση της Fed – αποδεικνύεται – είχε προεξοφληθεί. (Ή, αν προτιμάτε, υπερίσχυσε η γιγάντια λίμνη ρευστότητας που έχει δημιουργηθεί και που ενισχύεται – πάλι – με όλο και πιο ευφάνταστα προϊόντα μόχλευσης,  που υποτίθεται είναι «subprime-proof», δηλαδή έχουν διδαχτεί από τότε).

Και η αίσθηση ότι ο πληθωρισμός σε υψηλά δεκαετιών θα μπορούσε να χρειαστεί ισχυρότερη κεντρικοτραπεζική αντίδραση, αυτοκαθησυχάζεται με την Fed να θέτει στις προβλέψεις για 2022 ένα 2,6% – υψηλότερο αλλά με τίποτε συγκρινόμενο με την καταγραφή 6,8% για το 2021 που κλείνει.

Μπροστά σ’ ένα 2022 που αρνείται να ξεκινήσει, αρχίζει να προκύπτει το ερώτημα: πόσο λειτουργούν, πόσο πείθουν και οι ισχυρότεροι μηχανισμοί στην διεθνή οικονομία.