Όταν η Πρόεδρος της Δημοκρατίας συναντήθηκε με τους παλιούς ομοτέχνους της – και μίλησε για συναίνεση και για υποχωρήσεις

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ήταν ένα ατύχημα διαδρομής, απ’ εκείνα που η ίδια η ιστορία καμιά φορά επιφυλάσσει, μια ιδιαίτερη πρωτοβουλία της Προέδρου της Δημοκρατίας στον πάντα ευαίσθητο χώρο της Δικαιοσύνης (από τον οποίο άλλωστε η ίδια προέρχεται…) και σε μια ιδιαίτερα φορτισμένη περίσταση, να επικαλυφθεί από την συγκυρία της κηδείας του τέως βασιλέως. Μέχρι και η ώρα της εξοδίου ακολουθίας – 12 το μεσημέρι της Δευτέρας – συνέπεσε με την ώρα που η Κατερίνα Σακελλαροπούλου είχε καλέσει στα πλαίσια μιας πρωτοβουλίας συζήτησης των μεγάλων προβλημάτων της Δικαιοσύνης τις/τους Προέδρους του Συμβουλίου της Επικρατείας, Αρείου Πάγου, Ελεγκτικού Συνεδρίου, συν τον Εισαγγελία Αρείου Πάγου, τον Γενικό Επίτροπο της Διοικητικής Δικαιοσύνης, τον Πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, καθώς και τον Πρόεδρο του ΔΣΑ (και της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας) και τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας των Δικαστικών Υπαλλήλων.

Όσοι προς στιγμήν στοιχημάτισαν ότι η αναπάντεχη «συνάντηση» της Προεδρικής πρόσκλησης προς την κορυφή της Δικαιοσύνης με την κηδεία του Κωνσταντίνου τέως βασιλέως των Ελλήνων (τηρούμε την ονοματολογία αποφάσεων του ΣτΕ, καλού κακού) από την Μητρόπολη θα οδηγούσε σε αναβολή της πρώτης διαψεύσθηκαν. Μάλλον δεν γνώριζαν την Κατερίνα Σακελλαροπούλου, όπως έλεγε παλιός της ομότεχνος.

Ευθύς εξαρχής έγινε γνωστό από την Προεδρία ότι πρόθεση της ΠτΔ δεν ήταν απλώς να υπάρξει μια διαπιστωτική προσέγγιση στα προβλήματα – πρώτιστο και πιο βαρύ οι συνεχιζόμενες καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης, που έχει φέρει την Ελλάδα σε δυσάρεστα προβεβλημένη θέση καταδίκης από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για μια κατάσταση που (δεν λέγεται, πλην υπονοείται!) ισοδυναμεί προς αρνησιδικία. εν συνεχεία το σύστοιχο πρόβλημα των αναβολών .ασφαλώς και τα τεχνικά ζητήματα και τις ελλείψεις σε προσωπικό. Αλλά και να δημιουργηθεί κάτι σαν διαρκές σύστημα επικοινωνίας και συζήτησης στην κορυφή της Δικαιοσύνης, μήπως και ξεκολλήσει κάπως η κατάσταση.

Η πρωτοβουλία Σακελλαροπούλου ξένισε, μέχρι και επικρίθηκε ως νόσφιση των δικαιωμάτων οργανωτικής παρέμβασης των άλλων κλάδων της κρατικής εξουσίας. Βέβαια… όπως παρατηρούσε Νέστωρ της Δικαιοσύνης παλαιοτέρων τάξεων και από την ΠτΔ, «όταν δεχθήκαμε αγόγγυστα την μέχρι λεπτομερίας ενασχόληση διαδοχικών Μνημονίων και τεχνικών παρεμβάσεων της Τρόϊκας, πρόσφατα, θα ήταν πικρό να μην δεχθούμε μια κίνηση αυτο-οργάνωσης της ίδιας της Δικαιοσύνης». Με την συνειδητοποίηση, από τους ίδιους τους λειτουργούς της ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών έχει ήδη αρχίσει (ή μήπως προχωρήσει;) να χάνεται.

Το ατύχημα είναι – όχι ακριβώς ατύχημα διαδρομής, αυτό! – ότι στην σύνθεση της 9άδας περί την ΠτΔ κυρίαρχο επικοινωνιακό ενδιαφέρον κίνησε η φιγούρα του Εισαγγελέως Α.Π. Ισίδωρου Ντογιάκου. Που η, σε φάση υπέρθερμης αντιπαράθεσης, σχέση του με άλλο θεσμικό/συνταγματικό προβλεπόμενο (και στηριζόμενο στην νομολογία του ΕΔΔΑ, για όσους τείνουν να το ξεχάσουν) όργανο, την Ανεξάρτητη Αρχή ΑΔΑΕ, θα μπορούσε να αποτελέσει ενδιαφέρον αντικείμενο συζήτησης. Πλην, η υπερπολιτικοποίηση του αντικειμένου της αντιπαράθεσης είχε ήδη υπονομεύσει το έδαφος συζήτησης του «ποια η σχέση Δικαιοσύνης και Ανεξάρτητων Αρχών».

Πάντως από τα συμπεράσματα της συνάντησης κορυφής της Δικαιοσύνης που αφέθηκαν να διαρρεύσουν, πέραν των προεξοφλημένων, θα κρατούσαμε την παρατήρηση ότι οι εισαγόμενες αλλεπάλληλες μεταρρυθμίσεις «πολλές φορές περιπλέκουν τα πράγματα», ή πάντως προκύπτουν ανεπαρκείς. Κι αν αυτό χαρακτηρισθεί μάλλον περιγραφικό, πολύ-πολύ πολιτικότερο ήταν το ότι, την στιγμή που χρειάζονται τομές και όχι μπαλώματα, «οι τομές θέλουν συναινέσεις, θέλουν γενναιότητα και υποχωρήσεις αμοιβαίες». Σε μια πρόταση, δυο απαγορευμένες (πολιτικά) λέξεις: συναίνεση και υποχωρήσεις. Δεν το λες και λίγα!

Όμως να το ξαναπούμε: εκεί που βρίσκονται τα προβλήματα της Δικαιοσύνης, κυρίως εκεί που βρίσκεται η ΜΗ-αντιμετώπισή τους πέραν των ρητορικών προθέσεων και οργανωτικών σχημάτων, η πρωτοβουλία της Προέδρου είχε τουλάχιστον την αρετή της αφύπνισης. Της προσπάθειας αφύπνισης, έστω! Της αφύπνισης της ίδιας της Δικαιοσύνης που επί μεγάλο διάστημα έχει μείνει σε διατύπωση μονολόγων. Οπότε, αν ένα θα τολμούσαμε να θεωρήσουμε πρόβλημα της προεδρικής πρωτοβουλίας θα ήταν… να μην έχει συνέχεια, να μην αποκτήσει βάθος.

Και να μείνει ανώδυνη, του τύπου εκείνου των πρωτοβουλιών που οι Γάλλοι περιγράφουν ως «noyer le poisson dans l’ eau»/να πνίγει κανείς το ψάρι στο νερό. Δηλαδή να αποφεύγει τα δύσκολα σ’ ένα κρίσιμο ζήτημα, περιοριζόμενος/περιοριζόμενη σε επιφανειακή μόνον προσέγγιση, ή σε κατατριβή με λεπτομέρειες. Να ευχηθούμε συνέχεις της πρωτοβουλίας.