Διαβάζοντας (και ξαναδιαβάζοντας) Γιάννη Στουρνάρα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ως Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, σήμερα, αλλά και με την όχι-και-τόσο- απομακρυσμένη πείρα από την καυτή καρέκλα (συγκριτικά) του υπουργού Οικονομικών το 2012-14, σε εντελώς πρόσφατη δημόσια κατάθεση άποψης με άρθρο του στην Κυριακάτικη Καθημερινή (πιο δημόσια δεν γίνεται!…) έκανε εκείνο που το 2008-09 ο προκάτοχός του Γιώργος Προβόπουλος είχε κάνει προς τον τότε Πρωθυπουργό και τον επικεφαλής της Αξιωματικής αντιπολίτευσης, όμως τότε πολύ πιο διακριτικά. (Βέβαια, και στους FT και γενικά στον διεθνή Τύπο είχαν ανάψει κόκκινα λαμπάκια κινδύνου, αλλά η δική μας δημόσια ευαισθητοποίηση είναι άλλη υπόθεση…). Ο σταθερός πυρήνας των προειδοποιήσεων, και τώρα/και τότε, ήταν το βασικό αδύναμο σημείο της Ελληνικής οικονομίας το οποίο ήταν (και παραμένει, και θα παραμένει όση προσπάθεια καλλωπισμού και επιχειρηματολόγησης για διάψευση/explaining away κι αν καταβληθεί) το δημόσιο χρέος.

Πώς μπορεί μεν η αύξηση του κόστους αναχρηματοδότησής του, αν και αυξάνεται όσο δεν θα πετυχαίνουμε την επενδυτική βαθμίδα «να επιφέρει σχετικά μικρές αυξήσεις στις δαπάνες τόκων,  άμεσα, όμως (α) οι παράγοντες που «καθιστούν το χρέος ευάλωτο σε αρνητικά διαταραχές θα αποδυναμωθούν σταδιακά σε δέκα χρόνια» Και (β), μέσα από την αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων «συμπαρασύρεται το οριακό κόστος δανεισμού και του ιδιωτικού τομέα, όπως π.χ. των τραπεζών και των επιχειρήσεων».

Μπορεί κανείς να μαντέψει – και σίγουρα ο πολύπειρος (πλέον) Γιάννης Στουρνάρας το μαντεύει ο ίδιος – ότι οι πολιτικοί της τωρινής εποχής όταν διαβάζουν για 10ετείς ορίζοντες χαχανίζουν (ή και μετράνε πόσες εκλογικές αναμετρήσεις θα μεσολαβήσουν έως τότε: 5,6 ή 8;). Πλην όμως έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο κεντρικός τραπεζίτης ένοιωσε την ανάγκη να προειδοποιήσει ότι «θα πρέπει να φέρουμε το μέλλον στο παρόν» με την λήψη των κατάλληλων μέτρων πολιτικής. και τούτο  προκειμένου «αφενός να αποφευχθεί στο μέλλον μια επανάληψη της κρίσης χρέους» (πάλιν εδώ ακούγεται από το βάθος: «μήπως θα την διαχειριστώ εγώ ή το κόμμα μου, αυτήν;» της πολιτικής τάξης) και αφετέρου «να μην αυξηθεί το κόστος δανεισμού του ιδιωτικού τομέα» αυτό… καίει, και μάλιστα καίει και πολύν κόσμο, ακόμη και επώνυμο κόσμο, (το τελευταίο αυτό καίει ήδη, τώρα!). Αυτά, είναι αλήθεια, παρατίθενται από τον Γ. Στουρνάρα αφού πρώτα καταγράφει «την ανθεκτικότητα της δυναμικής του Ελληνικού δημόσιου χρέους» λόγω (α) του πολύ χαμηλού μεσοσταθμικού επιτοκίου (το αναφέρει ως 1,4%), της αναχρηματοδότησης μείζονος μέρους του χρέους την εποχή των Μνημονίων-2 και -3, που βρίσκεται εις χείρας ESM κοκ, (β) της δημοσιονομικής προσαρμογής «που συντελέστηκε τα προηγούμενα έτη και πρέπει να διατηρηθεί ως κόρη οφθαλμού» και (γ) της διαφοράς επιτοκίου «μεταξύ του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ και του έμμεσου επιτοκίου δανεισμού».

Εδώ, όσοι είναι πανευτυχείς με την τωρινή τάση του ΑΕΠ (που πέρσι πήγε μεν θαύμα, αλλά μετά την αληθινή κατάρρευση του 2020 φέτος πάει καλά), χρειάζεται πάντως να θυμηθούν ότι … από αποδόσεις των ομολόγων κάτω του 1%, περάσαμε άνω του 2,5% – και βλέπουμε! Βέβαια, για να προσγειώνουμε ήδη την συζήτηση, η διαφαινόμενη σύσταση Στουρνάρα να αρχίσουμε να φεύγουμε από την ελλειμματική δημοσιονομική διαχείριση, απορρίφθηκε από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ο οποίος ρητώς διατήρησε (μέσω αναφοράς στην ακριβή τήρηση του Προϋπολογισμού) το έλλειμμα στο 1,4% του ΑΕΠ που προβλέφθηκε αρχικά λόγω αμφιβολίας για την εξέλιξη της πανδημίας. Η αλήθεια είναι ότι, τώρα και με την ακραία πολιτική πίεση για μέτρα αντιστάθμισης της ακρίβειας, το να ζητήσεις από Έλληνα πολιτικό να συγκρατήσει την δημοσιονομική διαχείριση ισοδυναμεί με πρόσκληση σε αυτοχειριασμό ή έστω σε αυτοθυσία. Σπάνιο το είδος.

Αν όμως πάει κανείς κάποιους μήνες πίσω, θα βρει – στην ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ του Απριλίου 2021 – τον ίδιο Γιάννη Στουρνάρα, να δείχνει ήδη τότε, προς την κατεύθυνση του χρέους. Βέβαια, σ’ εκείνη την φάση υπερίσχυε το «βρισκόμαστε ακόμη στον πόλεμο κατά της πανδημίας» . Και η διαπίστωση ότι «συνολικά για τις Ευρωπαϊκές χώρες το χρέος θα διαμορφωθεί 25-30 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ πάνω απ’ όσο πριν την πανδημία. Πολύ μεγάλη αύξηση. Δεν την περίμενε κανένας» . (Όπως, θα προσθέταμε, κανένας δεν περίμενε και την έκρηξη – με τάσεις μονιμοποίησης – του πληθωρισμού).

Επιμένοντας λοιπόν, τότε, στην πρόταξη της διατηρησιμότητας/sustainability του χρέους, ο Γ. Στουρνάρας επεσήμαινε, ήδη, την ανάγκη να επιτευχθεί «ονομαστικός ρυθμός ανάπτυξης (για μεγάλο διάστημα] μεγαλύτερος από το ονομαστικό κόστος δανεισμού». Αν, λοιπόν, προσπεράσουμε την φετινή προσδοκία ανόδου του ΑΕΠ κατά 4-5%, η προσγείωση σε 3-3,5% του 2023 αρχίζει να πλησιάζει τις αποδόσεις του benchmark 10ετους ομολόγου – αν αυτό δεν συγκρατηθεί συντόμως.

Αξίζει να διαβάζει και να ξαναδιαβάζει κανείς τον Γιάννη Στουρνάρα – εντελώς ανεξάρτητα από τα όποια σενάρια τον εμπλέκουν σε πολιτικές διεργασίες. σταθερά διαψευδόμενα σενάρια.