Πολιτική εκτόνωση και επιχειρηματική στήριξη στα ΕλληνοΤουρκικά: μετά το Νταβός

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Σε πολλούς, η συνάντηση – περίπου ως κεραυνός εν αιθρία – Κυριάκου Μητσοτάκη/Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στα Θεραπειά της Πύλης θύμισε, αν κάτι, την αιφνιδιαστική κίνηση εκτόνωσης των ΕλληνοΤουρκικών που είχε αναληφθεί τον χειμώνα του 1988, στο Νταβός, με την συνάντηση Α. Παπανδρέου-Τ. Οζάλ. Τότε, κάποιους μήνες μετά την κρίση του Σισμίκ και την παρολίγον ανάφλεξη (Μάρτιος του 1987) στο Αιγαίο.

Λίγο μετά την συνάντηση του Νταβός, λοιπόν, έχουμε συνάντηση των Πρωθυπουργών Ελλάδας και Τουρκίας στις Βρυξέλλες (3-4 Μαρτίου 1988). Πέρα από τις αναφορές σε «εποικοδομητικό πνεύμα» και σε «ατμόσφαιρα καλής θέλησης», το κοινό ανακοινωθέν – τότε – είχε και …κάποιο περιεχόμενο. Πρώτα-πρώτα διακηρύχθηκε μορατόριουμ αυτοδέσμευσης «απ’ οποιαδήποτε ενέργεια ή δήλωση που θα μπορούσε να υπονομεύσει [εκείνο που ήδη είχε βαφτιστεί] το πνεύμα του Νταβός».

Ύστερα, προ-ανακοινώθηκε, για τα μέσα Μαρτίου συνάντηση διπλωματικών και στρατιωτικών εμπειρογνωμόνων («υπό την επίβλεψη των υπουργών Εξωτερικών») με αντικείμενο «την διεξαγωγή εθνικών στρατιωτικών ασκήσεων και τα προβλήματα των πτήσεων στρατιωτικών αεροσκαφών». Αυτό, το πρόκριμμα δηλαδή του μετέπειτα συμφώνου Παπούλια-Γιλμάζ, πήγαινε σαφώς πιο μακριά απ’ εκείνο που σήμερα θα διανοείτο κανείς να φαντασθεί…

Πέρα απ’ αυτά, πάντως, και σε μια περίεργη διόρθωση της αρνητικής πρωτοβουλίας/ανοχής Ανδρέα Παπανδρέου να «αφήσει [στο Νταβός] το Κυπριακό στο ράφι»/to shelve the Cyprus issue, στην Κοινή Ανακοίνωση του Μαρτίου 1988 ενσωματώθηκε αρκετά διεξοδική διατύπωση για το θέμα των αγνοουμένων της εισβολής στην Κύπρο, ως ανθρωπιστικό βέβαια ζήτημα – και με ρητή πρόνοια ότι «το θέμα αυτό δεν θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης». Το γεγονός και μόνο, όμως, ότι η Ελλάδα του 1988 μπορούσε να ζητήσει (και να πετύχει!) μια τέτοια διόρθωση για τήρηση των προσχημάτων, έχει το ενδιαφέρον του. Πέραν αυτού, πάντα στην Κοινή Ανακοίνωση, είχε περιληφθεί και πρόνοια για τις περιουσίες των Ελλήνων υπηκόων στην Τουρκία…

Ως αντάλλαγμα, τρόπον τινά, είχε περιληφθεί και διαβεβαίωση της Ελληνικής πλευράς για την συγκατάθεσή της – στα πλαίσια της ΕΕ – στην υπογραφή του Πρόσθετου πρωτοκόλλου Προσαρμογής της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΟΚ-Τουρκίας (του 1964) που είχε καταστεί αναγκαία μετά την Ελληνική ένταξη (το 1981). Εκεί, βρίσκει κανείς την ρίζα της διαχείρισης των ΕλληνοΤουρκικών (και) δια του Ευρωπαϊκού μοχλού.

Αυτά, συν γενικές καλές προθέσεις για κοινή αντιμετώπιση των Βαλκανικών θεμάτων, ολοκλήρωναν (μαζί με επανάληψη της ικανοποίησης για την «βελτίωση του κλίματος» μετά το Νταβός) την επίσημη διάσταση της τροχιοδρόμησης των ΕλληνοΤουρκικών σε νέα βάση.

Δείτε όμως πώς, δίπλα ακριβώς σε αυτήν την ωρίμανση της διακρατικής επαφής, προχωρούσε και η πρόθεση επιχειρηματικής συνεργασίας. Η οποία, σημειωτέον, είχε λειτουργήσει ήδη ως καταλύτης για την ίδια την συνάντηση Α. Παπανδρέου/Τ. Οζάλ στο Νταβός. Την ίδια ημέρα, 4 Μαρτίου του 1988, Πρωτόκολλο Συνεργασίας Τούρκων και Ελλήνων Επιχειρηματιών υπογραφόταν στην Αθήνα «με στόχο την αμοιβαία διερεύνηση και προώθηση των οικονομικών, εμπορικών, χρηματοπιστωτικών και βιομηχανικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένου του τουρισμού και της δημιουργίας κοινών επιχειρήσεων, καθώς και την κινητροδότηση, ενθάρρυνση και αναβάθμιση των κοινών προσπαθειών των δυο χωρών προς τον σκοπό αυτό».

Την πρωτοβουλία εκείνη είχε από πλευράς του Ελληνικού επιχειρηματικού κόσμου ο Θόδωρος Παπαλεξόπουλος/ΤΙΤΑΝ, μαζί με τον εφοπλιστή Νίκο Βερνίκο, την Καίτη Κυριακοπούλου/Βωξίτες και τον Γ. Κωνσταντινίδη/ΒΙΟΚΑΤ, από δε Τουρκικής πλευράς οι Σαρίκ Ταρά/ΕΝΚΑ, Σελίμ Εγκελί και Εβρέν Αρτάμ, προσερχόμενοι από την ανερχόμενη/εξωστρεφή TUSIAD. Τότε, η Τουρκική πλευρά είχε ήδη δημιουργήσει τον φορέα DEIK προς τον σκοπό της συνεργασίας. «Οι Έλληνες συμμετέχοντες ανέλαβαν να προχωρήσουν επίσης σε συγκρότηση ανάλογου φορέα, με σκοπό τον συντονισμό των δραστηριοτήτων των δυο πλευρών». Ταυτόχρονα, δίνονταν διαβεβαιώσεις για την πρόθεση ανάληψης «κοινών προγραμμάτων» που θα υπηρετούν τους κοινούς στόχους».

Η συνεργασία αυτή, που κατέληξε στην δημιουργία του Ελληνοτουρκικού Επιχειρηματικού Συμβουλίου/Turk-Yunan Is Konseyi, έπαιξε ρόλο τα χρόνια που ακολούθησαν, με ικανό αριθμό συναντήσεων – καθώς και στήριξη στην πολιτική κινητικότητα.