Όταν θα έχουν σβήσει τα φώτα στην Ουάσιγκτον

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Βέβαια, η υψηλού προφίλ – στο διεθνές επίπεδο – όχι απλώς ανακοίνωση, αλλά επιβεβαίωση πρόθεσης της Τουρκίας/του Προέδρου Ερντογάν να θέσει βέτο στην εισδοχή Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ σκίασε το κλίμα της επίσκεψης Κυριάκου Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον και το πλέγμα των συζητήσεων με την Διοίκηση Μπάιντεν. Σε ένα ευρύτατο, όντως, πεδίο θεμάτων: από την Βαλκανική/Μεσογειακή διάσταση του Ουκρανικού και την διαφύλαξη της περιφερειακής σταθερότητας και ασφάλειας μέχρι τα ενεργειακά, σ’ όλα αυτά με τα ΕλληνοΤουρκικά παρόντα σε κάθε στροφή. (Αν και πολιτικά ευφυής η επιλογή Μητσοτάκη να δηλώσει ότι δεν πήγε στην Ουάσιγκτον για να συζητήσει με τον Πρόεδρο Μπάιντεν για τα ΕλληνοΤουρκικά – « αυτά τα συζητάει με τον Πρόεδρο Ερντογάν»).

Γιατί λέμε «σκίασε»; Επειδή το στοίχημα που τίθεται με την διεύρυνση του ΝΑΤΟ στα δυτικά σύνορα της Ρωσίας με Σουηδία/Φινλανδία ως στρεβλό αποτέλεσμα της ίδιας της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και των συνεχιζόμενων πολεμικών επιχειρήσεων είναι τόσο μεγάλο, ώστε είναι φανερό ότι τώρα θα γίνει/θα συνεχίσει να γίνεται κάθε προσπάθεια ώστε οι Τουρκικές αντιρρήσεις να καμφθούν.

Ενώ λοιπόν ορθή, ή μάλλον αυτονόητη ήταν η πρωτοβουλία Μητσοτάκη να επιδείξει στην Ουάσιγκτον τους χάρτες της «Γαλάζιας Πατρίδας» που καταδεικνύουν τις αναθεωρητικές προθέσεις της Άγκυρας/του καθεστώτος Ερντογάν, ενώ αντίστοιχα εύλογο περιεχόμενο είχαν οι συζητήσεις για την μεσοπρόθεσμη αμυντική στήριξη της Ελλάδας μέχρι και με ένταξη των F-35 στην αυριανή (=με ορίζοντα τέλους δεκαετίας, να εννοούμαστε!) αμυντική πραγματικότητά της, ενώ κατά τα αναμενόμενα προχώρησαν οι αναφορές στην ανάπτυξη της Αλεξανδρούπολης ως ενεργειακού κόμβου στην Μεσόγειο/στην Ν.Α. Ευρώπη – δώστε για μια στιγμή προσοχή και στην χρονική σύμπτωση της συμμετοχής του (Έλληνα) Γιώργου Προκοπίου της Dynagas στα εγκαίνια κόμβου διακίνησης φυσικού αερίου με βάση FSRU στην Βαλτική, στις εκδηλώσεις στο Βίλμεσχάφεν με τον Αντικαγκελάριο Ρ. Χάμπεκ, τους αρμοδίους της Κάτω Σαξωνίας και της Uniper – από κανένα δεν θα πρέπει να διαφεύγει ότι οι Αμερικανικές προτεραιότητες είναι και δεν μπορεί παρά να είναι συνολικές.

Υπ’ αυτήν την έννοια, αντίστοιχα σωστή ήταν η επιλογή Κυριάκου Μητσοτάκη να μείνει συγκριτικά χαμηλή η διάσταση της προσδοκίας ότι το Αμερικανικό Κογκρέσο θα μπλοκάρει δια παντός το Τουρκικό αίτημα για αναβάθμιση των δικών τους F-16 και για προμήθεια νέων (η Τουρκική διάσταση της ισορροπίας στο Αιγαίο/Ανατ. Μεσόγειο μετά την απόκτηση των Rafale από την Ελλάδα, με μεσοπρόθεσμη ανάπτυξη των ολοκληρωμένων ψηφιακών πλατφορμών Belh@rra…), αλλά και να μην προχωρήσει πέρα από την θετική πραγματικότητα της ΕλληνοΑμερικανικής αμοιβαίας αμυντικής συμφωνίας MDCA σε αίτημα για πανηγυρική διακήρυξη Αμερικανικής «ασπίδας προστασίας». Παρόμοιες προσεγγίσεις έχουν μεγάλη πέραση στην δική μας δημόσια συζήτηση – και η Κυβέρνηση τις έχει συναντήσει τόσο από την Αντιπολίτευση όσο και από την δική της, εσωτερική αντιπολίτευση, αυτές τις απαιτήσεις για πιο δυναμική/επιθετική επιδίωξη.

Το ίδιο,  δε, ισχύει και με την ενεργειακή διαπραγμάτευση στην Ανατολική Μεσόγειο, όπου η υπερ-διεκδικητική στάση της Άγκυρας, κυριότατα απέναντι τα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και απέναντι στις (πιο χλωμές, λόγω μη-ανακήρυξης Ελληνικής ΑΟΖ) δικές μας θέσεις έχει δημιουργήσει στην κοινή γνώμη μια προσδοκία δικής μας δυναμικότερης διεκδίκησης καθώς και πιο ουσιαστικής Αμερικανικής στήριξης. Εντελώς ιδιαίτερα στο τελευταίο πεδίο, η δημιουργία σταθερής πλατφόρμας συντονισμού μεταξύ συμβούλων Μπάιντεν/Μητσοτάκη στα ενεργειακά Amos Hochstein/Nikos Tsafos (ο πρώτος ειδικός Απεσταλμένος και Συντονιστής για Διεθνή Ενεργειακά, επικεφαλής του ENR, ο δεύτερος κάτοχος της James Schlesinger Chair in Energy and Geopolitics στο CSIS/Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών) αφήνει να φανεί πρόθεση ένταξης των Ελληνικής σχεδιασμών στις περιφερειακές επιλογές. Από τις οποίες, όπως και να το κάνουμε, δεν θα λείπει η Τουρκία…

Στο σημείο αυτό, μια αναδρομή: ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πατέρας του σημερινού Πρωθυπουργού, ανήκε στην εποχή και το είδος των πολιτικών που δεν έδειχναν εύκολα ενθουσιασμούς. Αν μια φορά είχε εκδηλώσει κάτι σαν ενθουσιασμό, αυτό ήταν όταν οι Αμερικανοί – επί Τζορτζ Μπους, πατέρα – σε μια φάση των διεθνών εξελίξεων όπου άλλαζαν τα πάντα (πτώση του Τείχους, αναδιάταξη στην Ευρώπη), είχαν αφήσει σαφώς να φανεί ότι στην Ελλάδα θα αφηνόταν κεντρικός ρόλος στα Βαλκάνια, στην σταθεροποίηση και ενσωμάτωση των χωρών που έβγαιναν από την επιρροή της Σοβιετικής Ένωσης/την λογική Ανατολικής Ευρώπης και στην προσχώρησή τους – πολιτική, οικονομική, συνολική – στο Δυτικό σύστημα. Η συνέχεια είναι γνωστή: για λόγους απελπιστικά εσωτερικής πολιτικής, στην Ελλάδα βρέθηκε να μονοπωλεί την προσοχή το Μακεδονικό. Οι προτεραιότητες των ΗΠΑ και της ΕΕ ήταν άλλες, αλλά η δική μας διπλωματία έμενε εκεί – επί τρεις σχεδόν δεκαετίες (μέχρι την Συμφωνία των Πρεσπών). Οι ενθουσιασμοί Κωνσταντίνου Μητσοτάκη έσβησαν, τότε. Οι εσωτερικές ισορροπίες μονοπώλησαν τα πάντα στην Ελλάδα των αρχών της δεκαετίας του΄90. Και δεν άργησε άλλωστε η πτώση του ίδιου  – και η διακοπή των όσων είχε επιχειρήσει να διαμορφώσει.

Το ζήτημα, τώρα, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την δική του πρόθεση όχι απλώς να παρουσιαστεί στις – όλο και κοντινότερες! – κάλπες με πιθανότητα δεύτερης θητείας, και άρα ολοκλήρωσης των όποιων σχεδιασμών του, είναι πώς θα κατορθώσει να εντάξει τους σχεδιασμούς αυτούς στις διεθνείς ισορροπίες όπως αυτές διαμορφώνονται. Και όχι όπως εμείς, εδώ, στην πάγια ενασχόληση με τις εσωτερικές διχόνοιες προβάλλουμε τα διεθνή σε εσωτερική αντιπαράθεση. Όταν θα έχουν σβήσει τα φώτα των εκδηλώσεων του ταξιδιού Μητσοτάκη στην Ουάσιγκτον, αυτό θα είναι το στοίχημα.