H (νέα) αστοχία του Βρετανικού και του Ιταλικού πολιτικού συστήματος – και τι σημαίνει για μας

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Υπάρχουν στιγμές που το προβληματικό Ελληνικό πολιτικό σύστημα – που γνώρισε υπό την πίεση της κρίσης χρέους του 2009-18 τον θρυμματισμό των κομματικών σχηματισμών του και που έχει χτίσει μέσα του έναν αυτοματισμό του «αντι- » (αντι-Δεξιάς παλιότερα, αντι-ΕΟΚ, αργότερα αντι-Μνημονίου, τώρα αντι-ΣΥΡΙΖΑ, έτσι πορευόμαστε) κι ακόμη περισσότερο μιαν άρνηση συνεργασιών – δικαιούται, βλέποντας τι γίνεται γύρω του/αλλού ανά την Ευρώπη, να θεωρεί ότι δεν τα πήγε και τόσο άσχημα, συγκριτικά, δεδομένου των καταστάσεων που έζησε. [Γιατί μιλήσαμε πριν για «θρυμματισμό» των δικών μας κομματικών σχηματισμών; Ξαναδείτε τα 2/5 της ιστορικής δεξιάς παράταξης να επιλέγουν στις πρώτες εκλογές του 2012 να ψηφίσουν ΑνΕλλ/Πάνο Καμμένο έναντι 3/5 να ψηφίζουν Ν.Δ./Αντώνη Σαμαρά. θυμηθείτε το αντίστοιχα ισχυρό ΠΑΣΟΚ να λιώνει σαν το χιόνι την άνοιξη και να αντικαθίσταται στον χάρτη της ΚεντροΑριστεράς από έναν σχεδόν αιφνιδιασμένο από την εκτόξευση, ριζοσπαστικό ΣΥΡΙΖΑ. μην χάσετε και την σκοτεινή παρουσία, στην Ακροδεξιά, της Χρυσής Αυγής που δεν είναι και τόσο βέβαιο ότι αποτελεί οριστικά παρελθόν.

Δείτε λοιπόν την εικόνα εσωτερικής κατάρρευσης του αιωνόβιου κόμματος των Συντηρητικών, των Tories της (άλλοτε Μεγάλης) Βρετανίας, όπου συνεχίζεται μπροστά στα μάτια μιας διεθνούς κοινότητας που πλέον δεν πολυπροσέχει επί πρωθυπουργίας Λιζ Τρας, μιας κατάρρευσης/implosion μετά την αληθινά ντροπιαστική έκλειψη επί Μπόρις Τζόνσον της μεγαλαυχίας και του εναγκαλισμού με το ψωνισμένο ψέμα. Πίστεψαν οι Βρετανοί – μετά την από μέρους τους επιλογή του Brexit ως απόδειξης κυριαρχίας – την δική τους εκδοχή του ότι «η Γη είναι επίπεδη». Δηλαδή τι; Ότι επειδή είχε δεσμευθεί προεκλογικά η νυν ηγεσία για μέτρα ισχυρών φορολογικών ελαφρύνσεων, τόσο στους εταιρικούς φόρους όσο και – πιο εμβληματικά – στην φορολόγηση των ανώτερων και ανώτατων φορολογικών κλιμακίων, χωρίς πρόβλεψη για αντισταθμιστική χρηματοδότηση, θα αρκούσε η διαβεβαίωση ότι «τα μέτρα θα φέρουν [πρόσθετη] ανάπτυξη», με την σιωπηρή αποδοχή ότι το κενό θα χρηματοδοτηθεί με δανεισμό, ώστε να προχωρήσει πολιτικά το πράγμα. Πολιτικά, αλλά… και οικονομικά.

Η έκβαση είναι γνωστή, όσο κι αν (το επαναλαμβάνουμε) δεν βρέθηκε πολύ στο στόχαστρο της δημόσιας προσοχής: οι αγορές δυσανασχέτησαν (ναι, δυσανασχέτησαν απέναντι στην μαχητικά φιλελεύθερη Κυβέρνηση Τρας), η Bank of England χρειάστηκε να παρέμβει πυροσβεστικά για να συγκρατήσει την στερλίνα και τα κρατικά ομόλογα/gilts που έβλεπαν τις αποδόσεις τους να ξεφεύγουν επικίνδυνα, ο (ήδη αποπεμφθείς υπουργός Οικονομικών) στενός σύμμαχος της  Λιζ Τρας Κουάζι Κουαρτένγκ υποσχέθηκε να εξηγήσει πώς θα χρηματοδοτούνταν οι μειώσεις φόρων, τις οποίες σταδιακά άρχισε να ανακαλεί. Η Bank of England χρειάστηκε να προβεί σε νέα παρέμβαση στις αγορές ομολόγων καθώς αυτές δεν έδειξαν να πείθονται, τα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα  (δηλαδή οι ΗΠΑ) διεμήνυσαν στο Λονδίνο να πάψει να δημιουργεί αστάθεια σε μια συνολικά διαταραγμένη διεθνή οικονομία, η Λιζ Τρας αντικατέστησε τον – σκληρό οπαδό του Brexit, σημειωτέον – Κουάζι Κουαρτένγκ με τον Τζέρεμι Χαντ (πρώην υπουργό Υγείας και εν συνεχεία Εξωτερικών, υπεύθυνο των Ολυμπιακών Αγώνων του Λονδίνου) – περισσότερο φιλικό προς την Ευρώπη. Όλα αυτά με την βρετανική οικονομία να φεύγει αργά αλλά σταθερά προς μια φάση οικονομικής ύφεσης, με ίχνη κοινωνικής αναταραχής στον ορίζοντα. Και με τις δημοσκοπήσεις να δείχνουν τους Συντηρητικούς σε κάθετη πτώση (από ένα ήδη χαμηλό 30% στο 24%), ενώ τους Εργατικούς του όχι-και-τόσο-λαμπερού Κιρ Στάρμερ σε άνοδο από ένα 40% σε σχεδόν 50%). Μετά την διαδοχή αυτοαναίρεσης ηγεσιών Κάμερον-Μέι-Τζόνσον, τα στοιχήματα έχουν ανάψει πόσο ακόμη θα κρατήσει η Λιζ Τρας – η οποία, κατά τα άλλα, ως ΥΠΕΞ είχε δείξει ότι π.χ. αγνοούσε πού τελειώνει το Ρωσικό και που αρχίζει το Ουκρανικό έδαφος, στον ενθουσιασμό της να ξιφουλκήσει κατά της Μόσχας…

Κι αν στην Βρετανία αυτή η εικόνα θρυμματοποίησης του πολιτικού συστήματος δεν έχει κλονίσει, τελικά, τον σκληρό δικομματισμό που χτίζει το πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα (χωρίς, αυτό, να δημιουργεί υφ’ οιονδήποτε έννοια «σταθερότητα»: δείτε αναλυτικά την τελευταία Βρετανική δεκαετία), στην Ιταλία οι εικόνες που ζούμε λίγες εβδομάδες μετά την άφιξη ενός συνασπισμού Ακροδεξιάς/Δεξιάς στην εξουσία – βέβαια ήδη βαπτιζόμενου μηντιακά σε Δεξιά/Κεντροδεξιά… – αναδεικνύουν μιαν άλλη αποσάθρωση. Η καταφρονητικότητα του (κομβικού σύμμαχου των «Αδελφών της Ιταλίας») Σίλβιο Μπερλουσκόνι κατά την Τζόρτζια Μελόνι που υπήρξε η βασική νικήτρια στις κάλπες του Σεπτεμβρίου, δείχνει πόσο το κυβερνητικό σχήμα «Αδελφών της Ιταλίας»/ Λέγκας του Ματέο Σαλβίνι/Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι περπατάει εξαρχής πάνω σε σπασμένα γυαλιά. Ενώ η οξύτατη αντίδραση προς τον εκλεγέντα στο αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας Ιγκνάτσιο Λα Ρούσσα (πρώην υπουργό Αμύνης στις Κυβερνήσεις Μπερλουσκόνι, πλην προερχόμενο από το νέο-φασιστικής αύρας MSI/Ιταλικό Κοινωνικό Κίνημα του Τζόρτζιο Αλμιράντε, με την τρίχρωμη φλόγα ως έμβλημα, με κατατεθειμένη την «αντίθεση στο δημοκρατικό σύστημα ώστε να παραμείνει ζωντανή η ιδέα του φασισμού» και με πολύ πιο πρόσφατη υπεράσπιση του φασιστικού χαιρετισμού) έφθασε στο να «καλωσορίζεται» με την δημόσια επανεμφάνιση του αστεριού των Ερυθρών Ταξιαρχιών… Συγκλονιστική η παράδοση της Προεδρίας της Γερουσίας στον Λα Ρούσσα από την (ισόβια γερουσιαστή) Λιλιάνα  Σέγκρε, η οποία επεβίωσε του Άουσβιτς…

Και η μεν πολιτική συνέχεια του συνασπισμού Μελόνι – Σαλβίνι –  Μπερλουσκόνι πιθανόν να εξασφαλισθεί με την Ιταλική λογική των διαδοχικών συμβιβασμών. Με την Ευρώπη να παρακολουθεί, χωρίς πλέον να επιχειρεί να νουθετήσει ή να απειλήσει (όπως έδειξε κάποια στιγμή να επιχειρεί τόσον η Πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, αλλά και η Γαλλίδα υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων Λωράνς Μπουν) . Όμως η εικόνα της σημερινής Ιταλίας, αν ιδωθεί με φόντο την μνήμη της ισχυρής Χριστιανοδημοκρατίας – που εκτεινόταν από μια ενσωματωμένη Ακρα Δεξιά μέχρι και ένα Κοινωνικό Κέντρο – , του επίσης ισχυρού/ «φωτισμένου» Κομμουνιστικού Κόμματος ενός Μπερλίνγκουέρ, συν των ισορροπιστικών Σοσιαλιστών, αληθινά δείχνει πόσο κατήφορος έχει διανυθεί, από πλευράς πάλι της σταθερότητας.  ΟΙ ενδιάμεσοι σταθμοί Μπερλουσκόνι, ή πάλι «Πέντε Αστέρων» του Μπέππε Γκρίλλο, αλλά και η χρήση ως σωσιβίων διαδοχικών εξωκοινοβουλευτικών προσωπικοτήτων όπως ο Μάριο Μόντι ή πιο πρόσφατα ο Μάριο Ντράγκι, ή πάλι συστημικών τενόρων όπως ο Τζουλιάνο Αμάτο ή ο Ενρίκο Λέττα, μάλλον τονίζουν παρά εκτονώνουν την έννοια του αδιεξόδου.

Ίσως να τα βλέπαμε, από την δική μας γωνία, με λίγο μεγαλύτερη στοργή προς την διαχρονική δική μας κατάσταση.