Η υποδοχή του νέου 10ετούς

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Παλιότερα, οι εκδόσεις ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου – με τον ΟΔΔΗΧ στο πηδάλιο, που πάντοτε (σωστά) επεδίωκε να λειτουργεί με χαμηλό προφίλ – συγκινούσαν ιδιαίτερα μικρό αριθμό από τους ασχολούμενους με την οικονομική επικαιρότητα. Επιτόκια/αποδόσεις, ύψος εκδόσεων (σε σχέση με τις ανάγκες χρηματοδότησης/PSBR), υπερκάλυψη του ζητούμενου ποσού-στόχου από τις προσφοράς, σύνθεση των τελικών δεκτών προσφορών, συσχετισμός των Ελληνικών εκδόσεων με τις άλλες Ευρωπαϊκών ιδίως χωρών, (λέγε με Ιταλία), της ίδιας περιόδου, όλα αυτά συζητιούνταν – καμιά φορά με θέρμη – μεταξύ περιορισμένου πάντως αριθμού ενδιαφερομένων.

Όμως πιο τελευταία, μετά την μεγάλη περιπέτεια της πρόσκρουσης της οικονομίας στο παγόβουνο του δημοσίου χρέους, μετά και τα χρόνια όπου οι ανάγκες αναχρηματοδότησης μιας οικονομίας που είχε de facto χρεωκοπήσει καλύπτονταν από διαδοχικά πακέτα «διάσωσης», το ενδιαφέρον διευρύνθηκε. Κάθε έκδοση, ιδίως στην περίοδο που η Ελλάδα – χωρίς να έχει ακόμη πετύχει τον πολυπόθητο στόχο της επενδυτικής βαθμίδας/investment grade – κατάφερνε πλέον και πάλι «να παίζει» αποτελεσματικά τις αγορές, γινόταν αντικείμενο προβολής ή πάντως συζήτησης. Ιδίως για τις ευνοϊκές αποδόσεις που επιτυγχάνονταν. [Συνήθως παραβλεπόταν το γεγονός ότι όλα αυτά συντελούνταν (α) με το μεγάλο κομμάτι του Ελληνικού χρέους να είναι παγιωμένο στα χέρια των επίσημων πιστωτών της Ελλάδας, μακροπροθεσμοποιημένο, (β) με τις δαπάνες για τόκους να έχουν πέσει κάτω από 5 δις /έτος και με την ωρίμανση του χρέους να «βλέπει» 20ετία, κυρίως όμως (γ) με την υπερχαλαρή διαχείριση της ΕΚΤ να έχει περιλάβει και τα Ελληνικά ομόλογα, παρά τα θεσμικά εμπόδια και την έλλειψη επενδυτικής βαθμίδας].

Έτσι, η χθεσινή έκδοση 10ετούς ομολόγου – σε ύψος δεκτών προσφορών, τελικώς, 3,5 δις ευρώ (δηλαδή το μισό του συνόλου των προεξαγγελμένων αναγκών για το σύνολο της χρονιάς) και με επιτόκιο 4,4% – απόδοση 4,279% – συζητήθηκε με ευνοϊκή διάθεση κυρίως επειδή «καθόρισε» τα επόμενα βήματα για μια χρονιά όπου οι αβεβαιότητες θα συγκρούονται η μια με την άλλη. Η παράξενη ομφαλοσκόπηση των (πολλών) τελευταίων μηνών με την πολιτική σταθερότητα που (θεωρήθηκε ότι) απειλείται λόγω εκλογών και μετεκλογικής κυβερνησιμότητας, η γεωπολιτική αστάθεια στην περιοχή κυρίως όμως το σασπένς με την αντιστροφή της νομισματικής πολιτικής λόγω αντιπληθωριστικού «καθήκοντος» της ΕΚΤ, όλα αυτά μπορούσαν να φέρουν δυσάρεστη έκβαση σε ένα benchmark ομόλογο που κάποια στιγμή η απόδοσή του – τέλη του 2022 – είχε προσπεράσει το 5%. Ενώ πριν λίγο περισσότερο από ένα χρόνο – προτού δηλαδή ξεκινήσει η μεγάλη περιπέτεια των Κεντρικών Τραπεζών μπροστά στον αναγεννημένο πληθωρισμό – βρισκόμασταν κάτω και από το 2%…

Από κει και πέρα, οι πιο ρηχές εκδηλώσεις ενθουσιασμού με την υπερεξαπλάσια κάλυψη του ποσού που ζητήθηκε συνδυάζονται με την ουσιαστικότερη διαπίστωση: ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της κάλυψης ήρθε από τράπεζες/ασφαλιστικές/Ταμεία, ενώ τα hedge funds που παλιότερα κυριαρχούσαν στην κάλυψη του ριψοκίνδυνου – τότε – Ελληνικού χαρτιού, ή από operators υψηλού ρίσκου όπως η αλήστου μνήμης Japonica, έχουν περιοριστεί σε ένα ταπεινό 11%.

Θέλει βέβαια λίγη αυτοσυγκράτηση η συζήτηση: όταν πληρώνεις σχεδόν 4,5% για να μείνεις στις αγορές – φέτος υπάρχει ισχυρή, front-loaded ζήτηση στην Ευρώπη – δεν υπάρχει έδαφος εφησυχασμού. Και το να παίξει κανείς (το βλέπουμε όλο και πιο συχνά) την κολοκυθιά με το πότε θα επιτευχθεί η επενδυτική βαθμίδα (προεκλογικά; ή εντός του έτους/αρχές του επόμενου;), με την SocGen ή την Goldman Sachs να κάνουν την πρώτη πρόβλεψη – δηλαδή να περιμένουν την S&P να δώσει το investment grade στις 21 Απριλίου… – ενώ την JP Morgan να δυσπιστεί μένοντας στην δεύτερη πρόβλεψη, καλό θα ήταν να μην στρατολογεί τόσο εύκολα τις αποδόσεις του Ελληνικού 10ετους/benchmark ως επιχείρημα.