Από το «κρίση είναι η νέα κανονικότητα» στην επαναφορά του μοντέλου διαχείρισης κρίσεων που οδήγησε την οργάνωση του Κράτους για τους Αγώνες του 2004

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς την επαναφορά στην δημόσια συζήτηση μετά από 18 χρόνια – με πρωτοβουλία του «Κύκλου Ιδεών» του Βαγγέλη Βενιζέλου – του τρόπου με τον οποίο επιχειρήθηκε (και, εν πολλοίς, κατορθώθηκε) η οργάνωση του Κράτους προκειμένου να αντιμετωπισθεί η πρόκληση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Ήδη ο υπέρτιτλος της συζήτησης του Κύκλου Ιδεών, όπου συμμετείχαν πλην του Β. Βενιζέλου άλλοι κομβικοί συντελεστές του τότε εγχειρήματος – Κ. Καρτάλης (Γ.Γ. Ολυμπιακής Προετοιμασίας), Γ. Φλωρίδης (Υφυπουργός Αθλητισμού και μετέπειτα Δημόσιας Τάξης), Ν. Αλευράς (υφυπουργός Πολιτισμού για τους Αγώνες), δηλαδή το «Μνήμη και συνέχεια», έδειχνε τον πυρήνα σκέψης που οδήγησε σε αυτήν την διοργάνωση.

Την ουσιαστική προετοιμασία του εδάφους για μια τέτοια συζήτηση είχε κάνει ήδη η λογική του «Κύκλου Ιδεών» σύμφωνα με την οποία «Κρίση είναι η νέα κανονικότητα». Η προσέγγιση αυτή των πραγμάτων ξεκίνησε με αναφορά στην νέα εποχή κρίσεων (και το νέο ζητούμενο ανταπόκρισης…) που άνοιξε, μετά τις διαδοχικές φάσεις οικονομικής και κοινωνικής κρίσης των Μνημονίων, πρώτα-πρώτα η αναζήτηση απάντησης της πανδημίας του κορωνοϊού. Η οποία κατεξοχήν έφερε στο προσκήνιο την ανάγκη διαχειριστικών μηχανισμών. Όμως, εντελώς επίκαιρη κατέστησε την συζήτηση η πιο πρόσφατη αποτυχημένη αντιμετώπιση της κακοκαιρίας «Ελπίδα», και μάλιστα λίγους μήνες μόνον  μετά την θερινή εμπειρία των δασικών πυρκαγιών και με φόντο την περυσινή κακοκαιρία «Μήδεια». Η συνολική πρόκληση της Πολιτικής Προστασίας στο τραπέζι, με άλλα λόγια.

Εκείνο, λοιπόν, που επιχείρησαν να εξηγήσουν οι συμμετέχοντες στην (διαδικτυακή) συζήτηση για το μοντέλο διαχείρισης κρίσεων που απετέλεσε το «μικρό ευέλικτο Κράτος μέσα στο μεγάλο Κράτος», όπως αποκάλεσε ο Κώστας Καρτάλης το εγχείρημα του 2004, δίνοντας μάλιστα με τον πιο ουσιαστικό τρόπο το προφίλ της διοργάνωσης εκείνης (να γνωρίζουν όλοι «ποιον θα πάρουν τηλέφωνο» όταν προκύπτει πρόβλημα, ναι είναι ξεκαθαρισμένο «ποιος παίρνει την απόφαση» όταν χρειαστεί) και που ισοδυναμούσε συνολικά με μια κυλιόμενη διαχείριση κρίσης. Βέβαια, η επισήμανση του Νάσου Αλευρά ότι (και) στην υπόθεση αυτή επαληθεύθηκε υπό ελληνικές συνθήκες «ο νόμος του Μέρφυ» (αν ένα πράγμα μπορεί να πάει στραβά, αυτό θα συμβεί), προσγείωσε κάπως την αισιοδοξία ότι ένα οργανωτικό σχήμα δι-υπουργικής συνεργασίας – όπως εκείνο των Αγώνων – θα μπορούσε ένα λειτουργήσει σαν πάγιος μηχανισμός για τις κρίσεις που – πασίδηλα πλέον! – πυκνώνουν.

Σημαντική επισήμανση, πάλι, από τον Γιώργο Φλωρίδη – στην οποία ουσιαστικά προσήλθαν και οι άλλοι – ότι από τις λειτουργίες εκείνες (οι οποίες, σημειωτέον, στηρίχθηκαν στην εμπειρία διαχείρισης του μεγάλου σεισμού της Αθήνας λίγους μήνες πριν ξεκινήσει το αρχικό-αρχικό οργανωτικό σχήμα των Αγώνων…) δεν κατορθώθηκε να μείνει πίσω κάτι σαν θεσμική μνήμη, κάτι σαν απόδειξη ότι μπορεί να λειτουργήσει ένας μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων «υπό Ελληνικές συνθήκες». Διότι δεν ήταν μόνον η οργανωτική προσπάθεια, ήταν και τα σχέδια για επιμέρους κρίσεις τα οποία είχαν καταρτισθεί και βρίσκονταν διαθέσιμα/standby (όπως αποδ΄3ιχθηκε με το επεισόδιο της «λεωφοροπειρατίας» που εκδηλώθηκε λίγο αργότερα, και διεκπεραιώθηκε με επιτυχία).

Αυτού του είδους τις καταθέσεις συνέθεσε, ουσιαστικά βάζοντας την πολιτική σφραγίδα, ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Κάνοντας ήδη εξαρχής την – τεχνικά διατυπωμένη πλην αφυπνιστικά αυστηρή – διαπίστωση: όχι απλώς ότι η κρίση τείνει να καταστεί κανονικότητα, αλλά και ότι «οι κρίσεις είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό (sic) προβλέψιμες». Ότι δηλαδή, είτε αρκετόν καιρό πριν, είτε πάντως ορισμένες ώρες πριν, η επερχόμενη κρίση είναι προβλέψιμη. «Υπάρχει χρόνος αντίδρασης, ώστε να υπάρξει προετοιμασία». Η διαπίστωση αυτή Βενιζέλου φορτώνει με βαρύτατη πολιτική ευθύνη τους – εκάστοτε! – αρμοδίους για την αντιμετώπιση των κρίσεων. μαζί, δε με την αντίστιξη που παρουσιάζεται ανάμεσα στο (αναποτελεσματικό την ώρα της κρίσης…) πολυδιακηρυγμένο «Επιτελικό Κράτος» και στο σχήμα σταθερής διϋπουργικής συνεργασίας που περιγράφηκε για το 2004, με συνεχείς προσομοιώσεις και ελέγχους, κορυφώνεται η έννοια της ευθύνης για κάτι που γίνεται ΚΑΙ έχει ήδη γίνει/έχει υπάρξει η εμπειρία του ΚΑΙ τώρα αποδεδειγμένα δεν υπάρχει/δεν λειτούργησε.

Ασφαλώς υπάρχει μια καθοριστική διαφορά : η υπόθεση των Ολυμπιακών Αγώνων και της πορείας προς αυτούς ήταν μια πορεία προς κάτι θετικό, προς κάτι φωτεινό. ενώ μια πυρκαγιά, μια έκτακτη χιονόπτωση, μια φάση επιδείνωσης της πανδημίας, ένας σεισμός, ένα σοκ προμήθειας φυσικού αερίου (αύριο), για να μην αναφερθούμε σε μια κρίση στο Αιγαίο (μεθαύριο) είναι πορεία προς διακινδύνευση, έχει στοιχείο οδύνης είναι έκθεση σε ευθύνη. Και… την ώρα της ευθύνης, άμα δεν υπάρχει ισχυρή βούληση (πολιτική και ανθρώπινη) ο πειρασμός της απομάκρυνσης από την ευθύνη της απόφασης είναι μεγάλος. Το είδαμε: καταλυτικός ο πειρασμός!

Κατά τα άλλα, στην συζήτηση αυτή για το μοντέλο διαχείρισης κρίσεων με σχετική ειλικρίνεια αναγνωρίσθηκε η πρόσθετη τριπλή ιδιαιτερότητα εκείνης της εμπειρίας. Από την μια ο Κώστας Σημίτης, ο «Πρωθυπουργός με το μπλοκάκι» (η διατύπωση/υπενθύμιση δική μας…), που μπορεί μεν με την υπόθεση των Αγώνων να αισθανόταν πολύ περιορισμένη οικειότητα σε σχέση π.χ. με τον στόχο της ΟΝΕ ή την δρομολόγηση των ΕλληνοΤουρκικών ή την Κυπριακή ένταξη, αλλά μπροστά στην οργανωτική ευθύνη δεν επεδίωξε να διαφύγει με επικοινωνία. Από την άλλη ο εξωτερικός παράγων, η ΔΟΕ με τις κίτρινες και κόκκινες κάρτες της (απειλή, καταναγκασμός, χωρίς όμως την εχθροπάθεια της μεταγενέστερης Τρόικας) , αλλά και με την τεχνική βοήθεια και τα διαγράμματα διαχείρισης (δεν ήταν μόνον το λογισμικό και η αναπαράσταση σε Primavera, ήταν κυρίως η στόχευση και η οργανωτική προσέγγιση) Από τις τρεις βδομάδες των κυρίως Αγώνων πήγαινε πίσω-πίσω σε κάθε μέρα, βδομάδα και μήνα της προετοιμασίας: εξηγούσε, έδινε κατευθύνσεις, συζητούσε. Και ήταν – αυτήν μόνον ο Β. Βενιζέλος την αναγνώρισε στην προσέγγιση που έκανε – η ίδια η Γιάννα Αγγελοπούλου. Η οποία στην κρατική μεν πλευρά του σχήματος των Αγώνων δεν είχε (και δεν μπορούσε να έχει) μείζονα ρόλο, όμως δεν άφηνε στιγμή τον τελικό στόχο να ξεχαστεί. Με συγκρούσεις, με αφυπνίσεις, αλλά… εκεί!

Και, φυσικά, ο ρόλος της διάχυτης αποδοχής από την κοινή γνώμη. Παρά τις τριβές, παρά τις παρεξηγήσεις. Το φωτεινό του στόχου (που,  βέβαια, στην συνέχεια «έσβησε» και θάφτηκε) οδήγησε τα πράγματα. Αυτό, συν οι προσπάθειες διαβούλευσης, που αποτελεί έπαινο για την συζήτηση αυτή του «Κύκλου Ιδεών» ότι αναγνώρισαν ότι θα μπορούσε να ήταν ακόμη ευρύτερη.