Πολιτική εκτόνωση και επιχειρηματική στήριξη στα ΕλληνοΤουρκικά: μετά το Νταβός (συνέχεια)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Βλέπαμε χθες πώς, στην μετα-Νταβός κατάσταση προώθησης των Ελληνοτουρκικών, η δραστηριοποίηση του επιχειρηματικού κόσμου είχε εν πολλοίς «οδηγήσει» στην ανάπτυξη δυναμικής. Λίγο μετά τον πρώτο κύκλο συναντήσεων, βλέπουμε (18-19 Απριλίου 1988) να πραγματοποιείται στην Αθήνα Κοινή Συνάντηση των Επιχειρηματιών Συμβουλίων. Ήδη, στις κάποιες εβδομάδες που είχαν μεσολαβήσει, είχε κατορθωθεί να οργανωθούν και επιμέρους ομάδες εργασίας σε θεματικές όπως ο τουρισμός, οι εμπορικές συναλλαγές, η βιομηχανία (κλωστοϋφαντουργία και φαρμακευτική βιομηχανία,  τα ηλεκτρονικά, οι μεταφορές/ναυτιλία, τα κατασκευαστικά.

Στην σχετική Ανακοίνωση Τύπου, ένα πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο ήταν η επισήμανση «σοβαρής έλλειψης πληροφόρησης» με αντίστοιχη έκκληση για «συστηματική και εκτενή ενημέρωση». Στις θετικές προοπτικές καταγράφηκε η προσδοκία να δημιουργηθούν, μέσω συνεργασιών, οικονομίες κλίμακας, «πιθανότητες μεταφοράς τεχνογνωσίας» και πρότυπες συνεργασίες στον τομέα των υπηρεσιών. Ωστόσο, μεγαλύτερη (καίτοι συγκρατημένη/ευγενική) ήταν η απαρίθμηση των προβληματικών περιοχών: μη-δασμολογικά εμπόδια, γραφειοκρατικές διαδικασίες, απαιτήσεις ειδικών αδειών. Ακόμη πιο προσεκτικά, γινόταν αναφορά στα φαινόμενα κρατικών επιδοτήσεων και ελλείψεις διαφάνειας (Χαρακτηριστικό: με δεδομένο ότι βρισκόμασταν στην άνοιξη του 1988, ειδική/αιχμηρή αναφορά γινόταν στην «μόλυνση των θαλασσών ως σημαντική απειλή για τον τουρισμό»). Ως κατακλείδα της Ανακοίνωσης των Επιχειρηματικών Συμβουλίων, η αναφορά στην «ειλικρίνεια και ευθύτητα» των συζητήσεων αλλά και η προσεκτικά διατυπωμένη αντίληψη ότι «τα θέματα χρειάζονται μελέτη σε βάθος».

Στην τελευταία έκκληση ανταποκρίνονταν ουσιαστικά οι Ομάδες Εργασίας που όχι μόνο πρόλαβαν να συγκροτηθούν και να συνέλθουν σε σώμα, αλλά και να δώσουν – σε ορισμένους τομείς, πάντως – συμπεράσματα και προτάσεις για επόμενα βήματα:

  • Εντυπωσιάζει (για σήμερα) στο πεδίο του τουρισμού η εισαγωγική παρατήρηση ότι «και οι δύο χώρες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια ενιαία τουριστική περιοχή» (με την προσθήκη ότι «θα πρέπει να αρθούν όλα τα γραφειοκρατικά εμπόδια»: ως τέτοια εμπόδια, χαρακτηριστικά αναφερόταν η απαιτούμενη από τους Τούρκους ταξιδιώτες βίζα και ένα τέλος 100 δολαρίων για κάθε άφιξη, καθώς και οι βαριές διαδικασίες ελλιμενισμού του γιώτινγκ). Πέραν αυτών, «θα πρέπει να καθιερωθούν προγράμματα αμοιβαίων τουριστικών ροών μεταξύ των νησιών και των ακτών της Ανατολίας». Επίσης, αναφορά γινόταν σε δυνητική συνεργασία μεταξύ Ολυμπιακής και Turkish Airilines. Να μνημονεύσουμε και πάλι την εκτεταμένη αναφορά στους κινδύνους της οικολογικής επιβάρυνσης λόγω τουριστικής ανάπτυξης.
  • Στον τομέα των εμπορικών συναλλαγών, η αντίστοιχη Υποεπιτροπή (Σ. Εγκελί – Γ. Αβραμίδης παρουσίαζαν τα συμπεράσματά της), έδωσε έμφαση στις περιπτώσεις υψηλών δασμών που εναπέμεναν, καθώς και στην σημασία των αδειών εισαγωγής/κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Ζητήθηκε από τους επικεφαλής των Επιχειρηματικών Συμβουλίων «να μεσολαβήσουν προς τις αρχές των αντίστοιχων χωρών, ώστε να καταργηθούν τα περιττά εμπόδια». Προκειμένου να ξεπεραστούν προβλήματα εμποδίων στις συναλλαγές (κυρίως έναντι τρίτων χωρών…) γινόταν μια σύσταση για συμπαραγωγή: προφανώς η αναφορά ήταν στις ρυθμίσεις πρόσβασης στις αγορές ΕΟΚ και την βελτίωση της ελεύθερης κυκλοφορίας εμπορευμάτων με την χρήση Ελληνικής προέλευσης για Τουρκικά προϊόντα της εποχής.
  • Στον τομέα της βιομηχανίας η συζήτηση ειδικότερα για τα κλωστοϋφαντουργικά (συμπροέδρευαν Στ. Αργυρός – Α. Ακίν) η ατμόσφαιρα ηχεί σήμερα ως «άλλης εποχής» Η συζήτηση είναι περί επιδοτήσεων στις Τουρκικές εξαγωγές και περί Ευρωπαϊκών ποσοστώσεων («να μην διαταράσσεται η Ευρωπαϊκή αγορά κλωστοϋφαντουργικών μακροπρόθεσμα»). Σαφώς πιο χαλαρή η συζήτηση για τα φαρμακευτικά προϊόντα (Π. Γερολυμάτος – Χ. Ουλουσάι) όπου περισσότερο η αναφορά ήταν στην διευκόλυνση της εμπορίας πρώτων υλών και την (ελπιζόμενη) στροφή σε προϊόντα «υψηλού τεχνολογικού περιεχομένου». Επίσης, προσδοκία συμμετοχής από κοινού σε ερευνητικά προγράμματα τύπου Eureka. Σε εντελώς γενικό επίπεδο τα συμπεράσματα της Υποεπιτροπής για τα ηλεκτρονικά/τηλεπικοινωνιακά (Γ. Χιδίρογλου – Ου. Τσινγκιρ) αλλά και για τις προοπτικές αυτοκινητοβιομηχανίας (Ν. Παπαϊωάννου – Ου. Τσινγκίρ).
  • Πολύ πιο διεξοδική ήταν η πραγμάτευση του τομέα των μεταφορών, με έμφαση στις θαλάσσιες μεταφορές/ναυτιλία (Στ. Γουρδομιχάλης-Ν. Παλαβίδης), όπου περισσότερο γινόταν ανάλυση των στοιχείων που είχαν φέρει την μεγάλη ανάπτυξη της Ελληνικής υπερπόντιας ναυτιλίας (τότε 85 εκατ. τόνοι, έναντι των 5,5 της Τουρκικής, με συμπλήρωση μάλιστα ότι «δεν υπάρχουν προωθημένα πλοία»). Η διαπίστωση, μάλιστα με βάση και την υψηλή ποιότητα του ανθρώπινο δυναμικού της Ελληνικής ναυτιλίας ήταν ότι υπήρχαν περιθώρια συμπληρωματικότητας.
  • Τέλος, στον κατασκευαστικό τομέα (Ι. Οικονόμου – Τ. Αλγκασιλγάρ) επισημάνθηκαν οι ευκαιρίες αλλά και τα προβλήματα «και στις δυο χώρες αλλά και στις διεθνές αγορές» με ιδιαίτερη έμφαση στην χρηματοδότηση «μεγάλων κατασκευαστικών σχεδίων», και δη στην προοπτική ανεύρεσης κεφαλαίων για project finance. Επισημάνθηκαν, ωστόσο, και συγκεκριμένα έργα, που τότε θεωρούνταν κοινού ενδιαφέροντος: επέκταση του αυτοκινητοδρόμου Ε-5 στην Ελλάδα, βελτίωση των σιδηροδρομικών δικτύων και μετάβαση σε ηλεκτροκίνηση στις μεθοριακές περιοχές, διασύνδεση του ηλεκτρικού δικτύου των δυο χωρών, προώθηση αγωγών φυσικού αερίου και διαχείριση LNG. (Εδώ να σημειωθεί ο κυριαρχικός τότε ρόλος του Σαρίκ Ταρά/της ΕΝΚΑ στην Τουρκία, αλλά και το «ποντάρισμα» Οζάλ στον κατασκευαστικό τομέα»). Ξαναδιαβάζοντας με σχεδόν 25 χρόνια απόσταση, αναλογίζεται κανείς πόσο μπροστά ήταν η συζήτηση – ακόμη και για σήμερα.

———–

Ωστόσο, θα ήταν παράλειψη να μην σημειωθεί ότι, λίγο μετά την σύνοδο των Επιχειρηματικών Συμβουλίων στα πλαίσια της επίσκεψης Μεσούτ Γιλμάζ στην Αθήνα (το Μνημόνιο Παπούλια-Γιλμάζ υπογράφηκε στις 27 Μαΐου1988/ «Συνάντηση της Βουλιαγμένης»), υπήρξε συνάντηση Θόδωρου Παπαλεξόπουλου/Μεσούτ Γιλμάζ (με παρουσία και του Τούρκου Πρέσβυ Ακιμάν). Το σχετικό απολογιστικό σημείωμα αναφέρει ότι «ο Τούρκος ΥΠΕΞ θέλησε να εξακριβώσει τον βαθμό και τις προοπτικές προόδου στις επιχειρηματικές επαφές που προωθούνταν». Ο Θ. Παπαλεξόπουλος, τότε, ενώ δήλωσε αισιόδοξος για τις προοπτικές του επιχειρηματικού διαλόγου («γιατί υπάρχουν τεράστια περιθώρια βελτίωσης, προς αμοιβαίο όφελος»),  ωστόσο επισήμανε ότι υπάρχει βραδύς ρυθμός και «δεν είναι πιθανόν να οδηγήσουν [οι συζητήσεις] μακριά αν δεν σημειωθεί παράλληλα πρόοδος και στα πολιτικά θέματα».

Προσέξτε, τώρα: ο Μ. Γιλμάζ παρατηρεί ότι είχε γίνει δεκτό να συζητηθεί και «το Αιγαίο». ο  Θ. Παπαλεξόπουλος απαντά ότι δεν θα ήταν δυνατόν να παραλειφθεί το Κυπριακό. Αντιδρά ο Μ. Γιλμάζ, λέγοντας ότι δεν θα ήθελε «να δηλητηριάσει το πνεύμα του Νταβός», οπότε το Κυπριακό (που δεν είχε τεθεί τότε ως όρος) «δεν ήταν δυνατόν να τεθεί εκ των υστέρων».

Μάλιστα προσέθεσε ότι ο Γ.Γ. του ΟΗΕ ετοιμαζόταν, την εποχή εκείνη, να αναλάβει χωριστή πρωτοβουλία. Τότε ο Θ. Παπαλεξόπουλος εξήγησε ότι δεν προσέρχεται ως «αρμόδιος ή ειδικός για τα πολιτικά θέματα», απλώς επιχειρεί να διερμηνεύσει τον προβληματισμό και τις ανησυχίες του επιχειρηματικού κόσμου. Όταν, δε, ο Μεσούτ Γιλμάζ ευθέως επανέλαβε την ερώτηση «αν είναι πιθανόν να προαχθεί ουσιαστικά η Ελληνο-Τουρκική επιχειρηματική συνεργασία», η απάντηση Θ. Παπαλεξόπουλου ήταν όχι (κατηγορηματικά) χωρίς παράλληλη βελτίωση του πολιτικού κλίματος.

Εκ των υστέρων, ο πρέσβυς Ναζμί Ακιμάν σχολίασε (προς Παπαλεξόπουλο) ότι «και από άλλες Ελληνικές πηγές» άκουγαν αντίστοιχα πράγματα.