Η Ευρωπαϊκή απάντηση στην ενεργειακή-και-όχι-μόνο κρίση στο μικροσκόπιο

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Δυο ορόσημα έχουν καταλάβει την δημόσια προσοχή, αυτές τις μέρες: τι θα συμβεί την Τετάρτη 20/7, στην Ιταλία με την Κυβέρνηση Ντράγκι. τι θα καταλήξει να γίνει με την επαναλειτουργία (ή μη…) του NordStream -1 από την Gazprom στις 21/7, μετά τις «εργασίες συντήρησης». Και οι δυο αυτοί σταθμοί έχουν να κάνουν με την Ευρωπαϊκή απάντηση/ανταπόκριση στις επιπτώσεις των κυρώσεων με τις οποίες η ΕΕ προσήλθε στην αντιμετώπιση της Ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και, ευρύτερα, στην ενεργειακή-και-όχι-μόνο κρίση της περιόδου.

Όσοι έχουν την τάση να ινδαλματοποιούν την ΕΕ του Next Generation EU/του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας επί τη βάσει αμοιβαιοποίησης χρέους – και με βάση αυτό το κεκτημένο να προσδοκούν ενιαία αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και της συνολικής κοινωνικής πίεσης από την βιωμένη ακρίβεια σε επίπεδο ΕΕ – χρήσιμο θα ήταν να θυμηθούν ποια ήταν η αρχική αντίδραση των Ευρωπαϊκών χωρών στο ξεκίνημα της γνωριμίας με την Covid-19. Ειλικρινέστεροι από πολλούς, οι Γερμανοί που σήμερα τρέχουν να διαδηλώσουν πρόθεση έμπρακτης αλληλεγγύης μπροστά στο ενδεχόμενο να διακοπεί η παροχή Ρωσικού φυσικού αερίου σε χώρες όπως η Τσεχική Δημοκρατία, η Αυστρία ή η Δανία (με τις δυο τελευταίες έχουν συναφθεί ήδη συμφωνίες καίτοι το Βερολίνο γνωρίζει ότι η ίδια η Γερμανία θα βρεθεί με μείζον πρόβλημα), θυμούνται πώς, τις πρώτες φάσεις της πανδημίας του κορωνοϊού, οι Γερμανοί είχαν επιβάλει εμπάργκο στις εξαγωγές από την χώρα τους προς γειτονικές (ιδίως την Ιταλία, εικόνων Μπέργκαμο) για τις μάσκες, τις προστατευτικές στολές, τα γάντια και άλλο τέτοιο βασικό υγειονομικό υλικό – δεν άργησαν και οι αναπνευστήρες. Είχαν προηγηθεί, νωρίτερα αλλά πιο διακριτικά, οι Γάλλοι με εμπάργκο για τις μάσκες και τις προστατευτικές στολές…

Η αλήθεια είναι ότι η έκταση του κινδύνου αφύπνισε στην συνέχεια – δηλαδή λειτούργησε η αμεσότητα της πανδημίας, αλλά και η συνειδητοποίηση ότι κινδύνευε να διαλυθεί στην πράξη η ενιαία εσωτερική αγορά προκειμένου να «πουλήσουν» στους λαούς τους οι κυβερνήσεις προστασία. Και η ΕΕ βρήκε τον δρόμο και στις παραγγελίες από κοινού των εμβολίων να προχωρήσει (με κάποια παρασκήνια αντιπαλότητας μεταξύ Pfizer/Biontech και AstraZeneca βέβαια) και πολύ αργότερα στην οικοδόμηση του Next Generation EU με αμοιβαιοποίηση χρέους. Το αληθινό ερώτημα είναι αν, τώρα, στο πολύ πιο ξεθεμελιωτικό οικονομικά κίνδυνο της ενεργειακής τροφοδοσίας – αλλά και των τιμών της ενέργειας, όπως συνέβαλαν στο να επαναφερθεί/επανεγκατασταθεί ο πληθωρισμός στις οικονομίες. Ίσως η Γερμανία, ελαυνόμενη από κάποιες τύψεις που δέσμευσε τον εαυτό της – και, μαζί, πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής ηπείρου – στην Ρωσική ενεργειακή τροφοδοσία, αυτήν την φορά να λειτουργήσει πιο γρήγορα με λογική αλληλεγγύης: μένει να το δούμε.

Διότι… αν παραμείνει κανείς από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στοιχείο πρωτοβουλίας, όταν αυτή εξαντλείται σε άτεχνα προετοιμασμένα πακέτα κυρώσεων (τελευταίο, εκείνο επί του Ρωσικού χρυσού, διάτρητο με ευκαιρίες διαφυγής) ή πάλι στο βήμα σημειωτόν ακόμη και για την ανακοίνωση σχεδίων εξοικονόμησης της ενέργειας κι ακόμη περισσότερο για την διερεύνηση δυνατότητας επιβολής οροφής στις τιμές εισαγωγής, η αναμονή υπόσχεται να διαρκέσει!

Βέβαια, να μην είμαστε άδικοι: πίσω από το βήμα σημειωτόν κρύβεται βαθύτερη διάσταση απόψεων: είναι ή όχι εφικτή η εφαρμογή μηχανισμών αλληλεγγύης/πίεσης στην αγορά; αν είναι εφικτή, είναι επιθυμητή/επιτρεπτή; Εδώ, οι απόψεις διχάζονται μεταξύ των βασικών παικτών της ΕΕ.

Δυο από τις προτάσεις μηχανισμού για τον ενεργειακό εφοδιασμό – «καρτέλ αγοραστών» για το πετρέλαιο, θέσπιση οροφής τιμών στο φυσικό αέριο – προέρχονται από τον Μάριο Ντράγκι (με τον ημέτερο Κυριάκο Μητσοτάκη να προστρέχει υποστηρικτικά, την Πρόεδρο της Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάϊεν αρχικώς να δείχνει ενδιαφέρον, ύστερα να κάνει πίσω σαν ζεματισμένη). Συνεπώς από την δική του απόφαση να παραμείνει ή να φύγει από την βαρύτατη ευθύνη της διακυβέρνησης της Ιταλίας κινδυνεύει να κριθεί τώρα και η μοίρα μιας άλλης Ευρωπαϊκής διαρρύθμισης. Πρόκειται για τον – κάπως σοβαρότερα – σχεδιαζόμενο μηχανισμό της ΕΚΤ που στόχο θα έχει να περιορίζει τα spreads μεταξύ ομολόγων των χωρών της Ευρωζώνης, οσάκις αυτά θεωρούνται αδικαιολόγητα βάσει των fundamentals των οικονομιών.

Ο μηχανισμός αυτός, διάδοχος του PEPP της πανδημίας και της γενικής ποσοτικής χαλάρωσης, βρισκόταν ήδη στο στόχαστρο, με το επιχείρημα ότι δεν ήταν σωστό/νοητό να προσδιορίζονται από πολιτικού χαρακτήρα αποφάσεις νομισματικής πολιτικής τυχόν «αδικαιολόγητες» αυξήσεις των spreads από τις αγορές. (Ακόμη βαθύτερες οι διαφωνίες για την αντίστοιχη πρωτοβουλία άσκησης επιρροής υπέρ των «πρασίνων» χρηματοδοτήσεων στα πλαίσια της νομισματικής πολιτικής. Αυτά, όμως ας μείνουν γι αργότερα, για λίγο πιο ήρεμους καιρούς…). Έρχεται όμως τώρα η Ιταλική κρίση, με χαρακτηριστικά σαφώς πολιτικά – και με την Ιταλία too big to fail, με την αναχρηματοδότηση του Ιταλικού χρέους να αφορά εκατοντάδες δις ευρώ – και δίνει την τέλεια αφορμή να αμφισβητηθεί το νέο εργαλείο της ΕΚΤ. Αν τα spreads των 10ετών της Ιταλίας ως προς τα Γερμανικά Bunds είχαν βρεθεί στην περιοχή των 100 bps το φθινόπωρο του 2021, αλλά σκαρφάλωσαν πάνω από τα 200 bps μέχρι προ εβδομάδων, είναι ένα πράγμα. αν όμως τώρα «παίζουν» με τις 250 bps, δηλαδή φλερτάρουν με αποδόσεις 3,5%, τι θα πει «αδικαιολόγητη» τιμολόγηση από τις αγορές; Είναι πολιτική η κρίση ή είναι οικονομική η αξιολόγηση;

[Για όποιον έχει την τάση να θεωρήσει ότι αυτά «περνούν πάνω από τα κεφάλια μας», να θυμίσουμε ότι από το Πρόγραμμα ΡΕΡΡ/για την πανδημία της ΕΚΤ η Ελλάδα ήταν η χώρα με τις μεγαλύτερες αγορές ομολόγων της στο διάστημα Μαρτίου 2020 – Μαρτίου 2022, πολύ πάνω από 20% του ΑΕΠ της, με Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία λίγο πάνω/λίγο κάτω από 15% του δικού τους ΑΕΠ. Αλλά και σε ποσοστό του δημόσιου χρέους αν κάνουμε τις συγκρίσεις, εμείς είδαμε να μας αγοράζεται σχεδόν 12% από την ΕΚΤ, της Ιταλίας ένα κλικ λιγότερο].