Ασκήσεις αυτοπεποίθησης

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Έχοντας αποτύχει να πείσει τις Moody’s και DBRS MorningStar – μέσα Σεπτεμβρίου – και την Fitch – αρχές Οκτωβρίου – να αναβαθμίσουν την πιστοληπτική της ικανότητα, και ζώντας πλέον με τις αποδόσεις του 10ετούς ομολόγου της στην γειτονία του 5% (δηλαδή σαφώς μέσα στην «κόκκινη ζώνη») η Ελλάδα πλησιάζει την έξοδο από το 2022 με (αναγκαστικά) γυμνάσματα αυτοπεποίθησης έναντι των αγορών. Οι οποίες αγορές γνωρίζουν ότι έχει εκτελέσει κάτι περισσότερο από το μισό πρόγραμμα δανεισμού της για το 2022 (λογικό, με την ταραχή στις αγορές κεφαλαίου, με την ενεργειακή κρίση και τις γενικές αυξήσεις επιτοκίων). ενώ και για το 2023 περισσότερο θα στηριχθεί στο πολυσυζητημένο «μαξιλαράκι» διαθεσίμων των 39 δις ευρώ παρά στην προσέλευση στις αγορές.

Η πρόωρη αποπληρωμή των δανείων του IMF, και μέρους των διμερών/GLF δανείων τον φετινό Μάρτιο, και η συνέχιση του δευτέρου σκέλους αποπληρωμής GLF μέχρι το τέλος της (ομολογουμένως) δύσκολης χρονιάς 2022 θεωρείται ότι δημιουργεί μια πλατφόρμα επίδειξης χρηματοδοτικής ασφάλειας. Ενώ οι προοπτικές εισροών από την συνεχιζόμενη πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, με πρόταξη προγραμμάτων που εξασφαλίζουν γρήγορη απορρόφηση (τύπου «Εξοικονομώ») καθώς και της χρήσης χαμηλότοκων δανείων (κάτω του 1% επιτοκίου βάσης) δεν παύουν να τονίζονται ως η μεγάλη «Λευκή Ελπίδα».

Η πρακτική της επανέκδοσης ομολόγων που είχε ακολουθηθεί προ μηνών (την άνοιξη και πάλι το καλοκαίρι) συζητιόταν, όπως και η πρακτική swaps, αλλά οι πρόσφατες αποδόσεις και του 10ετους και του 7ετούς στην γειτονιά του 5% και του 4,5% αντιστοίχως, δεν δημιουργούν ευχάριστο κλίμα. Ακόμη περισσότερο όταν τα spreads των Ελληνικών 10ετών ομολόγων έναντι των Γερμανικών διευρύνθηκαν, στις 260 μονάδες βάσης/μέσα Οκτωβρίου, έναντι π.χ. 200 μονάδων πριν 6 μήνες, ή σχεδόν 100 bps πριν ένα χρόνο. Σημειωτέον ότι και έναντι του μέσου όρου των αποδόσεων των ομολόγων των «χωρών ClubMed» οι Ελληνικές χειροτερεύουν στιγμές-στιγμές. Η συζήτηση, λοιπόν, για επαναπροσέλευση στις αγορές μέσα στις επόμενες εβδομάδες από τον ΟΔΔΗΧ, όσο κι αν γίνεται επίκληση της σκοπιμότητας/ανάγκης να μην υπάρξει για την Ελλάδα εικόνα απουσίας επί πολύμηνο διάστημα μπροστά στην πραγματικότητα, δεν είναι απλή υπόθεση.

Η διατήρηση του ρυθμού αύξησης του Ελληνικού ΑΕΠ σε υψηλά – συγκριτικά με των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών – επίπεδα, μαζί και η ονομαστική διόγκωση του ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού βελτιώνει, εν τω μεταξύ, την εικόνα που δίνει για την Ελλάδα ο (λιγότερο χρήσιμος, σε φάση πληθωριστικού κύματος) δείκτης του λόγου χρέους/ΑΕΠ, ο οποίος έχει υποχωρήσει στην γειτονιά του 180% από άνω του 210%. Όμως το «σκληρό» μέγεθος του δημοσίου χρέους των σχεδόν 340 δις ευρώ μένει εκεί, περίπου αμετάβλητο.

Γυμνάσματα αυτοπεποίθησης, λοιπόν. Μαζί και με την (πολιτική) αναφορά στον «εθνικό στόχο» της απόκτησης της πολυπόθητης επενδυτικής βαθμίδας/investment grade. Μόνο που η (επίσης πολιτική) συνεχής συζήτηση για την απειλή ακυβερνησίας στην προεκλογική και την αμέσως μετεκλογική φάση του 2023 δεν διευκολύνει – το αντίθετο μάλιστα – την κατάσταση στο στόχαστρο των αγορών.