Όταν ο ρεαλισμός επισκέπτεται το Eurogroup/ECOFIN

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Τελικώς, αποδεικνύεται ότι ήταν σωστό που στο πρώτο Eurogroup/ECOFIN του 2022 είχαν εναποτεθεί σοβαρές προσδοκίες για την διαμόρφωση κλίματος (αν και όχι αποφάσεων) γύρω από τους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωζώνης/της ΕΕ (και την ισορροπία μεταξύ των δυο «περιοχών»). Όχι τόσο για τις αρκετά αναμενόμενες διατυπώσεις αισιοδοξίας σχετικά με την ανάκαμψη των οικονομιών και την έξοδο από τα προβλήματα που έφερε η – διετής, πλέον – πανδημία του κορωνοϊού, ούτε για τις ενδείξεις ότι ξεκινά μεν αλλά με μετρημένο τρόπο η πορεία προς μείωση του δημοσίου χρέους (που έχει ξεφύγει από την περιοχή του 100% του ΑΕΠ συνολικά, καθιστώντας τον στόχο του 60% που είχε χαραχθεί δίκην πέτρινων πινακίδων του Μωϋσέως από εποχής Μάαστριχτ κακόγουστο ανέκδοτο).

Εκείνο που αληθινά αξίζει να έχει καταγραφεί είναι εκείνο που θα ονομάσουμε «δίδυμο ρεαλισμού». Ένα πρώτο στοιχείο αφορά τα πρόσωπα: ενώ τα παλιότερα Eurogroup αποτελούσαν λίγο-πολύ σώου δυο-τριών υπουργών (με βασική ντίβα τον αλήστου μνήμης Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, που πάσχιζαν να τον συγκρατήσουν Μισέλ Σαπέν ή και Πιερ Μοσκοβισί ως Επίτροπος), αυτή την φορά τις θέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παρουσίασαν αρκετά πιο δυναμικά, σε μια λογική «ένα-δύο» οι ΠάολοΤζεντιλόνι (ο οποίος προ ημερών είχε βάλει στο τραπέζι μια λογική ρυθμών μείωσης του χρέους με διαφοροποιημένο κλιμακωτό τρόπο για τις διάφορες χώρες, των τόσο διαφορετικών επιπέδων χρέους) και Bάλντις Ντομπρόσβκις (ο οποίος σταθερά προσέρχεται ως φωνή λογικής, εδώ και χρόνια). Μπορεί όλοι να γνωρίζουν ότι στο θέμα των δημοσιονομικών κανόνων η αρμοδιότητα της Επιτροπής θα ασκηθεί υπό τον απόλυτο έλεγχο των Κρατών μελών. ωστόσο, όταν οι θέσεις της εκφράζονται με ωριμότητα, χρησιμεύουν αληθινά.

Επίσης, το γεγονός ότι στην συζήτηση του Eurogroup – και στην προς τα έξω διακίνηση θέσεων… – «ακούστηκαν» άνθρωποι όπως η Λωράνς Μπουν (κεντρική οικονομολόγος του ΟΟΣΑ) ή ο Κλάους Ρέγκλινγκ (επικεφαλής του ESM), ο οποίος θύμισε ότι το διαβόητο Σύμφωνο Σταθερότητας είναι 24 ετών, και «κατέληξε να είναι ένα υπερβολικά πολύπλοκο σύνολο κανόνων που ούτε μπορούν να εξηγηθούν, ούτε ένα εφαρμοσθούν εύκολα […] ενώ οι βασικές οικονομικές συνθήκες έχουν αλλάξει ριζικά […] με πρόβλεψη για μονιμότερη μείωση του φυσικού/ουδέρερου πραγματικού επιτοκίου που ορίζει την ισορροπία αποταμιεύσεων/επενδύσεων»,  υπήρξε κάτι που συντελεί στο ουσιαστικό άνοιγμα της συζήτησης.

Το δεύτερο στοιχείο, ωστόσο, έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον: συνολικά  έγινε δεκτό ότι ναι μεν πρέπει να ξεκινήσει μετά το 2022 μια διαδικασία περιορισμού του δημοσιονομικού «ξεχειλώματος» που έφεραν τα (αναγκαία, απαραίτητα) μέτρα στήριξης λόγω Covid-19, όμως ο στόχος της ανάπτυξης δεν είναι πλέον νοητό να χάνεται. Ο ίδιος ο Γερμανός ΥΠΟΙΚ Κρίστιαν Λίντνερ, του οποίου οι τοποθετήσεις αναμένονταν με ανυπομονησία και αρκετήν επιφυλακτικότητα είχε την (για Γερμανό ΥΠΟΙΚ…) συγκρατημένη τοποθέτηση, ότι θα πρέπει πλέον να δρομολογηθεί δημοσιονομική επαναφορά αλλά με το επιχείρημα ότι πρέπει να χτιστούν αποθέματα ανθεκτικότητας στις οικονομίες, όχι με τις οιονεί θεολογικές αναφορές στους κανόνες: η σύγκριση με Σώϋμπλε είναι εντυπωσιακή. Αντίστοιχα, το consensus που βγήκε προς τα έξω είναι ότι στην αναθεώρηση των κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας , καλό θα ήταν οι διαβόητες κυρώσεις (για τυχόν υπερβάσεις του στόχου ελλείμματος) θάπρεπε να μπουν στο ψυγείο, αντ’ αυτών δε να υπάρξει σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης και πιέσεων, ώστε τα Κράτη μέλη να βρίσκουν προς το συμφέρον τους την τήρηση των ορίων.

Ίσως ένα τρίτο στοιχείο αξίζει να μνημονεύεται: ο Πρόεδρος του Eurogroup Πασχάλ Ντόναχιου άφησε να φανεί ότι οι συζητήσεις για το δημοσιονομικό μέλλον της ΕΕ /της Ευρωζώνης ναι μεν θα γίνουν σταδιακά μέσα στο 2022, αλλά δεν θα αφεθούν να χρονίσουν.

Σε τέτοιο φόντο, ορθώς η Ελληνική συμμετοχή διακίνησε δέσμευσή της να ΜΗΝ επιδιώξει σ’ αυτήν την φάση μείωση φόρων – έστω και με το πρόσχημα του έκτακτου/προσωρινού χαρακτήρα – αλλά να ξεκινήσει από τώρα πορεία δημοσιονομικού συμμαζέματος. Ανοίγματα όπως του 7% του ΑΕΠ του 2021 δημιουργούν ζάλη όταν – δικαιολογημένα ως μέτρα στήριξης – έρχονται να συνδυαστούν με προτάσεις γενικότερης μείωσης, π.χ. του ΦΠΑ. Όπου η ρητορική του Αδώνιδος έρχεται να συντονισθεί με την άποψη Γιάνη [με ένα «ν»] Βαρουφάκη. Ο ρεαλισμός στο Eurogroup είναι ένα πράγμα, η δημοσιονομική απογείωση εντελώς άλλο.