Ξενάγηση σε προβλέψεις και καταγραφές οικονομικού κλίματος

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Όλα τα μάτια στρέφονται, τώρα, στο τι θα συμβεί – και σε τι λογής χρονικό ορίζοντα – με την τροφοδοσία με Ρωσικό αέριο/Gazprom, δια του αγωγού NordStream 1, προς την Γερμανία/Uniper. δηλαδή πόσο προσχηματική θα αποδειχθεί η ανωτέρα βία που επικαλείται η Gazprom μειώνοντας κι άλλο την παροχή φυσικού αερίου εν αναμονή της παράδοσης μιας επισκευασμένης στον Καναδά (παρά τις κυρώσεις) τουρμπίνας μέσω Γερμανίας που την παρέλαβε και την προωθεί (παρά τις κυρώσεις). Στην Ελλάδα, σιγά-σιγά, ανακόπτεται τουλάχιστον η στρουθοκαμηλική στάση του «εμείς είμαστε λιγότερο εκτεθειμένοι απ’ όσο οι άλλοι στην Ευρώπη» και… εντείνονται οι σχεδιασμοί. Ενθουσιώδης επαναφορά λιγνίτη, shopping για LNG μαζί με τους μεγάλους, προσχέδια για εκκλήσεις εξοικονόμησης, συν διάφορα Pass…

Πάντως, αναμένοντας σταθερότερο έδαφος, ας επανέλθουμε στο σασπένς που είχαμε επισημάνει (και) σε επίπεδο Eurogroup σχετικά με τις θερινές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, για το πού υπόσχεται/απειλεί να προσγειωθεί η Ευρωπαϊκή οικονομία, στην τωρινή φάση εσωτερίκευσης των επιπτώσεων του πληθωρισμού και της ενεργειακής ανασφάλειας. Και που, τελικώς, θα ισορροπούσε – κάτω απ’ αυτήν την ματιά – η Ελλάδα, την οποία στην εσωτερική δημόσια συζήτηση την γνωρίζουμε ως θωρακισμένη και άλλα σχετικά.

Λοιπόν, με τον  πληθωρισμό στην Ελλάδα να είναι πλέον εγκατεστημένος  πάνω από το 12% μεσοκαλόκαιρα, η πρόβλεψη για μέσο όρο του 2022 είναι (κατά τις θερινές προβλέψεις της ΕΕ) στα 8,9% αντί για το 6,3% των εαρινών προβλέψεων. Με την Ευρωζώνη να αναγγέλλεται σε μέσο όρο 7,6% για φέτος. [Η αντίστοιχη πρόβλεψη του ΙΟΒΕ – προ εβδομάδων – ήταν για 9%-9,6% στην Ελλάδα. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει μείνει στο 7,6%].

Εκεί όπου η Ελλάδα νομιμοποιείται να καταγράψει συγκριτικά θετικό αποτέλεσμα είναι η πρόβλεψη (ΕΕ) για ανάπτυξη 4% στο σύνολο του 2022, με υποχώρηση σε 2,4% για το 2023. Και τούτο ενώ για το σύνολο Ευρωζώνης γίνεται λόγος για 2,6% φέτος και για 1,4% για το 2023. [Η πρόβλεψη  αυτή για Ελλάδα είναι στο υψηλότερο σημείο   της ψαλίδας 3,5-4% του ΙΟΒΕ. Η Τράπεζα Ελλάδας, στο κεντρικό της σενάριο είναι στο 3,2%. έχει όμως και δυσμενές με 1,8% και με… μόλις 0,3% για το 2023. Μήπως είχε οσμισθεί την τωρινή καταιγίδα ο Γιάννης Στουρνάρας;].

Αν τώρα πάρει κανείς τον κόπο και συσχετίσει αυτήν την απεικόνιση με την τελευταία καταγραφή του οικονομικού κλίματος από το ΙΟΒΕ – όπως την ξαναβλέπαμε στο Δελτίο Εξελίξεων στην Βιομηχανία για τον Ιούλιο 2022 – βλέπει να καταγράφεται μια αμφίθυμη κατάσταση. Ο δείκτης οικονομικού κλίματος, τον οποίο παρακολουθούμε σταθερά όλον αυτόν τον καιρό μετά την εκτίναξη που έκανε από τα βάθη των μέσων Ιουνίου 2020 μέχρι τα υψηλά στον Δεκέμβριο του 2021, έχει τελευταίως εξασθενίσει, τόσο στην Ευρωζώνη όσο και στην Ελλάδα. Η εξασθένιση αυτή συσχετίζεται με επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης: αυτή, στην Ελλάδα είχε κατορθώσει να ανακάμψει από τα τάρταρα κάπου στο τέλος του 2018 και να φθάσει στα επίπεδα Ευρωζώνης. ύστερα όμως στην φάση του κορωνοϊού υποχώρησε πολύ περισσότερο περί τα μέσα του 2021. ύστερα πάλι πήρε τον κατήφορο – και πάντως παραμένει πολύ πιο χαμηλά από τα αντίστοιχα επίπεδα της Ευρωζώνης.

Όσον αφορά τώρα τον συνολικό δείκτη οικονομικού κλίματος στην Ελλάδα, οι προσδοκίες καταγράφονται σε επιδείνωση σε όλους τους τομείς (πλην των Κατασκευών). Μιας και δανειζόμαστε τα στοιχεία από το Δελτίο Εξελίξεων στην Βιομηχανία, να σταθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτόν τον τομέα: οι επιχειρηματικές προσδοκίες εδώ πήγαν πίσω τον Ιούνιο, κυρίως όμως είναι πιο κάτω απ’ ό,τι πριν ένα χρόνο. Ενώ οι προβλέψεις για την παραγωγή είναι σε πτώση, για δε τις τιμές ακόμη περισσότερο οι προβλέψεις για την απασχόληση προκύπτουν θετικές..

Αν, τώρα, πάμε στο αποτέλεσμα όλων αυτών, η βιομηχανική παραγωγή στην Ελλάδα «έγραφε» ρυθμό αύξησης 3,2% τον Μάιο, έναντι 2,3% στην ΕΕ27. Οι εξαγωγές – με κορυφαία προϊόντα  αλουμίνιο και φαρμακευτικά σκευάσματα – ενισχύονταν (με ρυθμό αύξησης 16,4% στο α’ 4μηνο του 2022), χωρίς πάντως να κατορθώσουν να διορθώσουν το εμπορικό έλλειμμα. Το οποίο έλλειμμα , για να το δώσουμε παραστατικά, είναι ύψους ίσου σχεδόν με το 50% του συνόλου των βιομηχανικών εξαγωγών (οι οποίες σημειωτέον αποτελούν το 88% όλων των εξαγωγών προϊόντων της χώρας).

Γι’ αυτό κάναμε λόγο για αμφίθυμη κατάσταση.