Η ισορροπιστική προσέγγιση Τσίπρα σε αναζήτηση διευρυμένης βάσης και σε συνειδητή δημιουργία αντιθέσεων

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Κλείνοντας την πολιτική διαδρομή – όσο περνούν οι μέρες όλο και πιο πρόδηλα προεκλογική – της ΔΕΘ 2022, ο Αλέξης Τσίπρας εκ μέρους ενός ΣΥΡΙΖΑ που έχει αποδεχθεί πλέον ως κεντρικό του στοίχημα το άνοιγμα προς πολυ-κομματικούς ορίζοντες, είχε να ανταποκριθεί σε μια διπλή πρόκληση.

Πρώτον, να δώσει απάντηση σε ερώτημα που εν τέλει ο ίδιος έθεσε, ιδίως μετά την διλημματική τοποθέτηση Μητσοτάκη μια βδομάδα νωρίτερα «Πρόοδος ή Συμφορά», με ποιου είδους σχήμα θα διεκδικούσε την εξουσία – από την στιγμή, ιδίως, που τόσο στην ομιλία του στο Βελλίδειο όσο και στην συνέντευξη Τύπου κατέστησε σαφές ότι έχει στρατηγική «πρώτου γύρου». Δεύτερον, να ανεβάσει στο προσκήνιο των πρακτικών προσδοκιών την αντιπρόταση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης στις προτάσεις της Κυβέρνησης για την πορεία των επόμενων μηνών στο πεδίο της ενεργειακής κρίσης, της βιωμένης ακρίβειας κοκ.

Και στα δυο επίπεδα, η απάντηση που επιχείρησε να δώσει δεν ήταν εύκολη. Στο πρώτο, επειδή στον ευρύτερο χώρο της Αντιπολίτευσης το μεν ΠΑΣΟΚ (όσο κι αν έχει πλέον απεκδυθεί την δορά του ΚΙΝΑΛ) οχυρώνεται πίσω από μια στάση έντονης επιφυλακτικότητας, το ΜέΡΑ 25 είναι ούτως ή άλλως απρόβλεπτο (εκείνο που οι Αγγλοσάξωνες αποκαλούν loose cannon), η δε ανοχή – έστω – ΚΚΕ είναι δύσκολος δρόμος. Στο δεύτερο επίπεδο – εκείνο της διαμόρφωσης μιας «άλλης» οικονομικής πολιτικής – η δυσχέρεια ήταν ακόμη πιο ωμή: πέρα από την (αναμενόμενη) αναφορά σε διαφορετικό μείγμα πολιτικής, το οποίο ωστόσο θα ήταν ριψοκίνδυνο να ταράξει την διαβόητη μεσαία τάξη (την οποία σεμνοπρεπώς ο Αλ. Τσίπρας αναγνώρισε ότι τραυμάτισε η Πρώτη Φορά Αριστερά, «εισπράττοντας» την ήττα του 2019). ή πάλι να προσέλθει με υπερβολικό κόστος τύπου «Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης Β΄» – και μάλιστα όταν η σημερινή Κυβέρνηση έδωσε ήδη τις δικές της υποσχέσεις κοστολογώντας στα 3,7+1,8=€5,5 δισ, δηλαδή 2,5% του ΑΕΠ, πλην όμως την στιγμή που έχει ήδη ξεδιπλώσει ενισχύσεις – λόγω Covid και ήδη λόγω ενεργειακού – που ξεπερνούν το 25% του ΑΕΠ.

Για να προσπεράσει το πρώτο πρόβλημα, ο Αλέξης Τσίπρας «δανείστηκε» κατά κάποιον τρόπο – όμως από σχέση συγκριτικής ισχύος  – την προσέγγιση του (προηγηθέντος στην ΔΕΘ) Νίκου Ανδρουλάκη, που είχε καταθέσει την προσέγγιση «ο λαός θα ψηφίσει και εμείς θα επιλέξουμε βάσει των συσχετισμών». Δηλαδή τι έκανε; Ανέβασε ο Τσίπρας ακόμη περισσότερο την πίεση προς το αυριανό εκλογικό σώμα, να θεωρήσει ότι οι επόμενες εκλογές θα πρέπει να οδηγήσουν σε σχηματισμό Κυβέρνησης «πρώτης Κυριακής». στοιχηματίζοντας, δε, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πιθανότητες (που τις θεώρησε βεβαιότητες, αλλά ο πολιτικός λόγος πάντα στην πίστη στηρίζεται…) πρώτης θέσης στα αποτελέσματα, ουσιαστικά κάλεσε την λοιπή Αντιπολίτευση να αναλογισθεί το πολιτικό κόστος του να ΜΗΝ προσέλθει σε συμμαχικό σχήμα, ΑΝ το μπορεί. [Καθώς μια τέτοια προσέγγιση έχει εγγενή την ανάγκη οξύτητας, τράβηξε μεν πάνω του το θέμα των παρακολουθήσεων ΕΥΠ/Ανδρουλάκη, αλλά χωρίς να δώσει μεγάλη έκταση. Απλώς… επωφελήθηκε της ευκαιρίας ερωτήσεων για να πει (α) ότι από την Εξεταστική της Βουλής «δεν αναμένεται τίποτε» και (β) ότι θα μπορούσαν να αναζητηθούν μετεκλογικά ποινικές ευθύνες με Προανακριτική –  και πάλι όμως μην φθάνοντας να μνημονεύσει, σ’ αυτό το πλαίσιο, τον Πρωθυπουργό, καίτοι είναι ο μόνος μέχρι στιγμής εμπλεκόμενος υπουργός…].

Στο θέμα της ανταπόκρισης στις προσδοκίες για μέτρα οικονομικού περιεχομένου, η επιλογή Τσίπρα ήταν να απευθυνθεί και αυτός στα ακροατήρια που στόχευσε και ο Πρωθυπουργός – συνταξιούχοι, εργαζόμενοι ιδιωτικού ιδίως τομέα/μικρομεσαίοι/επαγγελματίες, νέοι, γυναίκες – πλην όπως περισσότερο με μια προσπάθεια «αλλιώς» αντί για απλώς «περισσότερο». Παράδειγμα: στους συνταξιούχους, που θα περιμείνουν ούτως ή άλλως αύξηση από 1/1/2023, πέρα από την υπόμνηση Τσίπρα ότι το ξεπάγωμα των συντάξεων (και η αύξηση κατά 1/2 πληθωρισμού +1/2 αύξησης ΑΕΠ) είχε ήδη προβλεφθεί στον Νόμο Κατρούγκαλου – υπόμνηση ούτως ή άλλως χλωμή σε ανθρώπους που έζησαν 6 χρόνια παγώματος – μίλησε για εξόφληση των αναδρομικών που τώρα θα χαθούν (σε 3 έστω ετήσιες δόσεις),  μίλησε και για επαναφορά της 13ης σύνταξης για τους χαμηλοσυνταξιούχους. Για τους εργαζόμενους που βρίσκονται στον κατώτατο, έκανε λόγο για €800 (αντί των τώρα προσδοκώμενων +/- €750), όμως μίλησε και για επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και για απόσυρση του καθεστώτος διευθέτησης χρόνου εργασίας/υπερωριών του Νόμου Χατζηδάκη. [Στο άμεσο ερώτημα πόσο κάτι τέτοιο θα διακινδυνεύσει βύθιση των μικρομεσαίων, η απάντηση ήταν ότι η αύξηση του κατώτατου κατά 11% κατά την έξοδο από τα Μνημόνια, το 2018, δεν τράνταξε και τόσο]. Στο μέτωπο της γυναικείας εργασίας και της μητρότητας, ίσως περισσότερο και από την στήριξη με επίδομα τέκνων στην μητέρα, ας προσεχθεί η συνέχιση του επιδόματος στην σύνταξή της. Στο μέτωπο της στήριξης των νέων για απόκτηση στέγης, η έμφαση ήταν στον τρόπο στήριξης (με επίδομα ενοικίου και όχι με επιδότηση δανεισμού, δηλαδή «όχι υπέρ των τραπεζών ή των εργολάβων»). Και ούτω καθεξής.

Από κει και πέρα, και επειδή δεν διέφευγε από κανένα στο επιτελείο Τσίπρα ότι η απάντηση και της Κυβέρνησης και του ΠΑΣΟΚ θα έκανε λόγο περί αναξιοπιστίας της χρηματοδότησης του πακέτου, επελέγη η έμφαση να τεθεί σε αναδιάταξη των φορολογικών πόρων – αλλά και σε μια συνολική επιλογή «ανοίγματος μετώπων». Παράδειγμα: αλλαγή της φορολόγησης μερισμάτων, με συντελεστή 10% αντί 5%… για μερίσματα άνω των €60.000 (αναζητούνται στην αγορά!). Άλλο παράδειγμα: επαναφορά από τον ΕΝΦΙΑ σε μια λογική ΦΜΑΠ, με προσεκτική όμως διαβεβαίωση ότι δεν θα θιγεί η μεσαία τάξη (πού/πώς το όριο στις αξίες ακινήτων;) Τρίτο παράδειγμα: «επαναφορά» της επικουρικής ασφάλισης στον δημόσιο πυλώνα, με αναφορά σε εξοικονόμηση κόστους €70 δισ. σε ορίζοντα 2050 (βάδισμα στα σύννεφα, ούτως ή άλλως). Τελευταίο παράδειγμα: η αναφορά σε κρατικοποίηση της ΔΕΗ, με αντιστοιχία στην πλήρη υπαγωγή της EDF στο Δημόσιο, ή την αντίστοιχη συμμετοχή στην Uniper. ή πάλι την διατήρηση του 40% του Δημοσίου στην Εθνική Τράπεζα, ως κρατικού πυλώνα στο τραπεζικό σύστημα Αυτή η αντιστροφή της πορείας ιδιωτικοποίησης «υπόσχεται» νέα φάση αντιπαράθεσης – πέραν των ερωτημάτων υλοποίησης.

Ωστόσο το άνοιγμα μετώπων ήρθε περισσότερο στα πιο συμβολικά – όπως π.χ. στην κατάργηση της ποινικής ασυλίας των τραπεζικών στελεχών (όπου και πυκνό χειροκρότημα, λόγω της υπόθεσης παρακολούθησης Κουκάκη που «υπόσχεται» συνέχεια). Κυρίως όμως, ένα μέτωπο που συνειδητά ανοίχτηκε – και που θάχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς θα επιχειρηθεί ο χειρισμός του – είναι η αναφορά σε (ριζική, για να έχει νόημα) αναμόρφωση/αναδιαπραγμάτευση του πακέτου του Ταμείου Ανάκαμψης/Ελλάδα 2.0, μαζί με τα δισ. των λοιπών ΕΣΠΑ και αγροτικών χρηματοδοτήσεων ΕΕ. Και μάλιστα τόσο προς μια κατεύθυνση αλλαγής δράσεων-στόχων, όσο και γεωγραφικής κατανομής (υπέρ της περιφέρειας). Εδώ, το θέμα δεν είναι τόσο «αν θα το δεχθούν οι Βρυξέλλες», καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης έχει ήδη δυναμιτισθεί λόγω ενεργειακών, τα δε έργα του λόγω έκρηξης στο κατασκευαστικό κόστος το θέμα είναι αν (και πώς) στον ΣΥΡΙΖΑ θα πάρουν τον κόπο να το δουλέψουν, αυτό το σκέλος, ουσιαστικά.