Η εκμάθηση της επιδοματικής γλώσσας θέλει κι άλλην εξάσκηση

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Η γλώσσα των επιδομάτων, δηλαδή η επένδυση της επιδοματικής πρακτικής με πολιτικό λόγο/με θεωρητική επεξήγηση, έχει τις δικές της απαιτήσεις. Να μην παρεξηγούμαστε: η επιλογή της χορήγησης επιδομάτων, είτε αφορά στοχευμένες κατηγορίες (το 600ρικο των αστυνομικών και λιμενικών όπως αποφασίστηκε από την Κυβέρνηση, εν συνεχεία επεκταθέν στους πυροσβέστες και στο προσωπικό των φυλακών, με αίτημα-πλειοδοσία της Αντιπολίτευσης να επεκταθεί στους υγειονομικούς, τους εκπαιδευτικούς κοκ), είτε έχει εξ υπαρχής ευρύτερη στόχευση (ήδη το FoodPass ή MarketPass, διαδεχόμενο το FuelPass και προσπερνώντας την επιταγή ακρίβειας, έχει ως φόντο την αντιμετώπιση της αποδυνάμωσης των εισοδημάτων από τον πληθωρισμό) είναι μια επιλογή ανάγκης. Πολιτικής ανάγκης, αν θέλει να είναι κανείς ειλικρινής.

Και δεν αναφερόμαστε μόνο/δεν αναφερόμαστε τόσο στο πασίδηλο: ότι πλησιάζουν εκλογές. Αδυσώπητα. Ή πάλι ότι θαμπώνουν οι δημοσκοπήσεις. Αλλά στο ότι και οι χαμηλές αμοιβές σε ευρείες κατηγορίες εργαζομένων (του Δημοσίου, εννοείται: οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα ήταν, είναι και θα είναι παιδιά ενός κατώτερου Θεού) είναι κάτι που τραυματίζει παγίως την Ελληνική οικονομία. Αλλά και το ότι η αρχική αντίδραση του «δεν φταίμε εμείς: ο πληθωρισμός είναι παγκόσμιο φαινόμενο, φταίει ο Πούτιν, φταίνε οι αγορές κοκ» όταν εγκαταστάθηκε στο προσκήνιο ο καλπασμός των τιμών που κατατρώγει τα εισοδήματα των νοικοκυριών, ελάχιστα επαρκεί μπροστά στην κοινωνική δυσαρέσκεια/αντίδραση/διαφαινόμενη οργή. [Η προηγούμενη γενιά επιδομάτων και αντίστοιχων ρυθμίσεων τουλάχιστον, εκείνη που στόχευε στο να απαλύνει την επιβάρυνση της ζωής από τα απόνερα της πανδημίας του κορωνοϊού, είχε διαφορετικό χαρακτήρα. Ακολουθούσε την συνείδηση έκτακτης ανάγκης].

Που αρχίζει το πρόβλημα; Στο ότι η θεωρητικοποίηση, η εύκολη ιδεολογικοποίηση της συζήτησης περί επιδοματικής πολιτικής, περί των προβλημάτων που σπέρνει στην οικονομία – πολύ περισσότερο στην κοινωνία ή/και τα πολιτικά αντανακλαστικά – έρχεται μετ’ ου πολύ και εκδικείται. Δαγκώνει. Ιδίως άμα πέρα από την ιδεολογικοποίηση εγκαθίσταται στο προσκήνιο και η ατάκα, το #axizoume_kalytera. Ασφαλώς και δεν φανταζόταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης του Νοεμβρίου 2017 – όταν η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ εκινείτο με λογική επιδοματικής παλινόρθωσης του 13ου μισθού – όταν η μαχητική ατάκα που του προετοιμάστηκε τότε («δεν θέλουμε ανθρώπους εξαρτημένους από επιδόματα, θέλουμε ανθρώπους που θα πάρουν ξανά την ζωή τους στα χέρια τους») θα γυρνούσε και θα πήγαινε να  τον δαγκώσει πέντε χρόνια αργότερα. Ασφαλώς και οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά πώς το εξηγείς αυτό πειστικά στην εποχή του hashtag και της ατάκας;

Να σημειώσουμε εδώ – παρενθετικά, γιατί η συζήτηση δεν αξίζει περισσότερη προσοχή – ότι όλες οι συζητήσεις και αντιπαραθέσεις περί φιλελευθερισμού, νεοφιλελευθερισμού, σοσιαλισμού, μετα-κεϋνσιανισμού, κρατισμού κοκ. χλωμαίνουν ούτως ή άλλως όταν έρχεται επί σκηνής το επιδοματάκι. Το συγκεκριμένο, απτό επιδοματάκι! Αυτό διδάσκεται με το 600άρι, αυτό και με το FoodPass. Αυτό, ακόμη περισσότερο εκτοπίζει από το προσκήνιο την σεμνοπρεπή διευκρίνιση ότι στην εποχή της κρίσης τα επιδόματα θα δίνονται στοχευμένα, στους ευάλωτους πληθυσμούς: όπως και επί Σκρέκα/επιδότησης των λογαριασμών ηλεκτρικού χωρίς όριο κατανάλωσης, για πρώτη και για εξοχική κατοικία, έτσι και επί Μητσοτάκη/FoodPass τα εισοδηματικά και περιoυσιακά όρια καλύπτουν το 80% των νοικοκυριών, δηλαδή λειτουργούν de facto οριζόντια.

Δεν έχει νόημα, συνεπώς, ή μάλλον είναι διακωμωδητική η θεωρητική ή ιδεολογική συζήτηση περί επιδομάτων. Η βάση τους είναι το «τόσα μπορούμε, τόσα δίνουμε», παράλληλα με το «αυτά ξέρουμε, αυτά κάνουμε». Όπως έχει περιορισμένο ενδιαφέρον και η επεξήγηση ότι τα επιδόματα, τώρα, δεν δίνονται (ή δεν δίνονται μόνον…) από τον Προϋπολογισμό, δηλαδή από την (πώς την λέγαμε;) υπεραπόδοση των έμμεσων ιδίως φόρων, λόγω πληθωρισμού. Αλλά από την φορολόγηση των υπερκερδών των διυλιστηρίων τώρα, των παραγωγών και παρόχων ηλεκτρικού ρεύματος πριν. Η απόπειρα να ενδυθεί η Κυβέρνηση – η σημερινή ή η όποια άλλη – τον χαρακτήρα Ρομπέν των Δασών, ο οποίος παίρνει από τους πλούσιους και ισχυρούς και μοιράζει στους πολλούς και αδύναμους, σε έναν κόσμο κυνικά προσγειωμένο όπως ο Έλληνας της Μεταπολίτευσης, δύσκολα πουλάει. Μάλλον προς θυμηδία οδηγεί. Τα υπερέσοδα/υπερκέρδη προκύπτουν από θεσμισμένες λειτουργίες των αγορών: νομοθετημένα προκύπτουν, νομοθετημένα και διανέμονται, όσα διανέμονται.

Συμπέρασμα: πρόσθετη εξάσκηση απαιτείται για την εκφορά επιδοματικού λόγου. Ή πάλι… ειλικρίνεια.