Πολιτική εκτόνωση και επιχειρηματική στήριξη στα ΕλληνοΤουρκικά: μετά το Νταβός (κι άλλη συνέχεια)

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Αν είδαμε ήδη το ξεκίνημα της απόπειρας ΕλληνοΤουρκικής προσέγγισης «μετά το Νταβός», με βάση – εν μέρει πάντως – την επιχειρηματική πρωτοβουλία συνεργασίας της εποχής, καθώς και την διατήρηση της δυναμικής εκείνης μέχρι το Μνημόνιο Παπούλια/Γιλμάζ, θα θέλαμε σήμερα να ξεναγήσουμε στα επόμενα στάδια που έδειξαν να οδηγούν σε μια πιο παγιωμένη αναζήτηση.

Καλοκαίρι του 1988, και εν όψει της θεσμικότερης πλέον λειτουργίας των ΕλληνοΤουρκικών Επιχειρηματικών Συμβουλίων, ο Θόδωρος Παπαλεξόπουλος στέλνει σε όλους τους Έλληνες συμμετέχοντες έναν συγκεντρωτικό πίνακα, στον οποίο επισημαίνονταν – για κάθε τομέα δράσης: κατασκευαστικά, εμπόριο/μεταφορές, βιομηχανία (με ειδικότερα τρόφιμα-ποτά, φαρμακευτικά, ηλεκτρονικά), τουρισμό – ποιες δράσεις θα απαιτούσαν περαιτέρω προετοιμασίες των επιχειρηματιών, ποιες των αρχών Ελλάδας, ποιες των αρχών Τουρκίας, όλα αυτά ενόψει της επόμενης συνάντησης των Συμβουλίων, στην Κωνσταντινούπολη.

Δεν είναι σαφές ότι υπήρξε ουσιώδης ανταπόκριση στην προσπάθεια εκείνη για ορθολογικότερη οργάνωση της επόμενης φάσης, πάντως η συνάντηση (5-7 Οκτωβρίου 1988) στην Κωνσταντινούπολη έγινε με ιδιαίτερη προσπάθεια της τουρκικής πλευράς να «υπερβάλει σε οργάνωση και σε περιποιήσεις» εκείνη των Αθηνών (του Απριλίου 1988). Η αίσθηση, επί της ουσίας, ήταν ότι η τουρκική πλευρά ήταν «η επισπεύδουσα από πλευράς οικονομίας», ενώ οι Έλληνες επιχειρηματίες «έδωσαν μεγαλύτερη σημασία στα γενικότερα και στα εθνικά θέματα, χωρίς να εμπλακούν σε πολιτική συζήτηση». Θετικές υπήρξαν οι εν τω μεταξύ εξελίξεις «με πρώτη κλαδική συμφωνία [συνεργασίας] στον τομέα της ναυτιλίας».

Πάντως, από  την ουσία των συναντήσεων, σε ένα πεδίο καταγράφηκε ευρύτερη συναίνεση ενώ σε ένα άλλο σημαντική διαφωνία. Το πρώτο αφορούσε τις γραφειοκρατικές και λοιπές διαδικασίες «που παρακωλύουν την οικονομική συνεργασία». Οι Τούρκοι συμμετέχοντες έθεσαν το ζήτημα της βίζας που απαιτείτο για την είσοδο Τούρκων στην Ελλάδα. οι Έλληνες έφεραν την παράλληλη απαίτηση φορολογίας/τέλους κατά την έξοδο (των ίδιων) των Τούρκων από την Τουρκία. Πλην όμως η δεύτερη αυτή επιβάρυνση – εξηγήθηκε – αφορούσε όλους τους εξερχόμενους από την πατρίδα τους Τούρκους όπου κι αν πήγαιναν, ενώ η Ελληνική βίζα στόχευε ειδικά τους Τούρκους. Κατάληξη της συζήτησης: διατυπώθηκε πρόταση/σύσταση για χορήγηση βίζας για πολλαπλά ταξίδια, για επαγγελματικούς σκοπούς.

Το πεδίο διαφωνίας, πάντως, ήταν πολύ βαρύτερο: τα εισαγόμενα στην Ελλάδα από Τουρκία αγαθά, την εποχή εκείνη, επιβαρύνονταν – πέραν των δασμών, τελών  χαρτοσήμων κοκ – με μια ειδική εισφορά ονομαζόμενη Housing Fund Surcharge. αυτή η επιβάρυνση σε πολλές περιπτώσεις υπερέβαινε την υπόλοιπη δασμολογική κοκ προστασία. όπου θε σημειωνόταν μείωση των σχετικών δασμών (λόγω ΕΟΚ), είχε μεθοδευθεί αύξηση του  HFS που υπερκάλυπτε την ελάφρυνση! Η Τουρκική πλευρά ισχυρίστηκε ότι αυτή η στοχευμένη επιβάρυνση αφορούσε τα αγαθά πολυτελείας ή/και τα μη εγχωρίως παραγόμενα, η Ελληνική αντιπαρατήρησε ότι αποτελούσε συνειδητή διάκριση. Η συζήτηση έμεινε επ’ αυτού αδιέξοδη – ωστόσο τα στοιχεία για τις Ελληνικές εξαγωγές προς Τουρκία (α’ 7μήνου του 1988) έδειχναν μείωση κατά 10%, ενώ οι εισαγωγές από Τουρκία είχαν αύξηση 150%…

Τα επίσημα διατυπωμένα συμπεράσματα της συνάντησης της Κωνσταντινούπολης αποτύπωναν με διπλωματική γλώσσα αυτές τις ανησυχίες, μαζί με επιμέρους αναφορές σε πρόθεση συνεργασιών, π.χ. για δυνατότητες επισκευών Τουρκικών πλοίων στον Πειραιά καθώς και με αιτήματα για κοινή τουριστική πολιτική/συνεργασία των αεροπορικών εταιρειών και για κοινά τουριστικά πακέτα.

Μετά την συνέχιση των επαφών των δυο Επιχειρηματικών Συμβουλίων, επόμενος σταθμός καταγραφής είναι η συνάντηση 25-26 Νοεμβρίου 1989, στην Αθήνα. (Να σημειωθεί ότι, ήδη , έχει μεσολαβήσει η πτώση της Κυβέρνησης Α. Παπανδρέου και το μεσοδιάστημα της Κυβέρνησης Τζαννετάκη. Βρισκόμαστε στις ημέρες της Κυβέρνησης Ζολώτα, η οποία διάκειται μεν ευμενώς προς την συνέχιση των επαφών των Επιχειρηματικών Συμβουλίων, αλλά χωρίς διάθεση/δυνατότητα πολιτικής πρωτοβουλίας. Στην Τουρκία, ήδη από τις αρχές Νοεμβρίου, ο Τουργκούτ Οζάλ έχει μετακινηθεί προς την Προεδρία, καθώς το κόμμα του χάνει σε επιρροή). Στην συνάντηση αυτή, γίνεται μια κάπως πανηγυρική διακήρυξη, ότι «θα υποβάλλονται εφεξής από κοινού οι απόψεις και προτάσεις προς τις δυο Κυβερνήσεις, με στόχο την επίτευξη αποφασιστικών ενεργειών». Ακολουθεί, δε, μια σιβυλλική διατύπωση: ότι «στο εξής δεν θα πρέπει να λαμβάνονται αποφάσεις ή μέτρα ή να γίνονται ενέργειες ή δηλώσεις, που θα ήταν δυνατόν με καλή πίστη να ερμηνευθούν ότι μπορεί να οδηγήσουν σε επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ των δυο χωρών». Μάλιστα ακολουθεί μια ακόμη πιο έντονη/πολιτική διατύπωση: «Στο εξής επιδίωξη θα πρέπει να είναι η επιδίωξη βελτιώσεων και μόνο βελτιώσεων. Οι δυο Κυβερνήσεις θα πρέπει να αναλάβουν την αμοιβαία υποχρέωση να μην αποδέχονται, ούτε να επιτρέπουν επιδείνωση των σχέσεων για οποιαδήποτε αιτία και σε οποιοδήποτε τομέα».

Μερική επεξήγηση δίνεται στην συνέχεια, όπου γίνεται αναφορά στο πλαίσιο των σχέσεων με ΕΟΚ όπου «τόσο το γράμμα, όσο και το πνεύμα των υφιστάμενων συμφωνιών πρέπει να γίνεται σεβαστό». Αλλά υπάρχει και αναφορά στην ανάγκη ότι «απαιτείται μεγαλύτερη διαφάνεια και σταθερότητα [ώστε] η βελτίωση των σχέσεων να αντιμετωπίζεται όχι με μεμονωμένα μέτρα, αλλά κατά τρόπο συνολικό και ισορροπημένο».

Ενώ, λοιπόν, η τεχνική οργάνωση των συναντήσεων έχει προχωρήσει καθώς υπάρχουν πορίσματα επιμέρους ομάδων εργασίας – Νομικών Υπηρεσιών, Κατασκευαστικών, Ναυτιλίας/Μεταφορών, Τραπεζικών Εργασιών, Εμπορίου, Ασφαλιστικών Εργασιών – με προσπάθεια να αναδειχθούν επιμέρους προβλήματα/ή και να προτείνονται πρακτικές λύσεις υπέρβασής τους, γίνεται φανερό ότι έχει επέλθει ένα συνολικό «φρενάρισμα» στην διαδικασία.

Οπότε, όταν πραγματοποιείται η επόμενη Ολομέλεια των Επιχειρηματικών Συμβουλίων στην Σμύρνη (19-20 Μαΐου 1990), με μόλις ορκισμένη την Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στην Ελλάδα, η τάση είναι για γενικότερες διατυπώσεις και τοποθετήσεις – όσο κι αν οι επιμέρους ομάδες εργασίας προσπαθούν ακόμη να συνεχίσουν την ενασχόληση με το συγκεκριμένο. Έτσι, βλέπουμε αναφορές στις «εξελίξεις στην διεθνή οικονομία με ιδιαίτερη έμφαση στην Ανατ. Ευρώπη και την Σοβιετική Ένωση», αλλά και μια ολωσδιόλου πολιτική έκκληση: «κοινό ήταν το αίσθημα για την σημασία της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής σταθερότητας […] προϋπόθεση για μια μόνιμη και ισχυρή συνεργασία σε μια αλληλεξαρτώμενη παγκόσμια οικονομία». Δεν ξαφνιάζει, συνεπώς, το ότι οι όποιες συγκεκριμένες αναφορές αποτελούν είτε επανάληψη μοτίβων από προηγούμενες συνόδους – επιμονή στον τουρισμό, με έμφαση στην μόλυνση του περιβάλλοντος. επαναφορά του ζητήματος της βίζας και του τέλους Ταμείου Στέγασης στα ταξίδια Τούρκων προς Ελλάδα. αναφορές στην συμπληρωματικότητα της ναυτιλίας. αναζήτηση κοινών διεξόδων για τις κατασκευαστικές στην Μέση Ανατολή – είτε πάλι ενδιαφέρουσες πλην σημειακές αναφορές νέων πεδίων συνεργασίας – ανταλλαγή πληροφοριών για τα Χρηματιστήρια Αθηνών/Κωνσταντινούπολης «για καλύτερη αξιοποίηση αμοιβαίων κεφαλαίων». μελέτη για πτήσεις charter μεταξύ Αθήνας, Θεσσαλονίκης, Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης «με βάση οικονομικά σκόπιμα δρομολόγια» . ανακίνηση θέματος αποφυγής διπλής φορολογίας ή/και παροχής εγγυήσεων για επενδύσεις.

Χαρακτηριστικά, για πρώτη φορά γίνεται – σχεδόν ως κατακλείδα – αναφορά στην σκοπιμότητα επέκτασης πρωτοβουλιών και στις πολιτιστικές ανταλλαγές (αποκατάσταση του μετοχίου της Μονής Σινά στην Πόλη και του τζαμιού Χασάν Μπαμπα στην Θεσσαλία…) .

Ενώ λοιπόν η διαδικασία εκείνη της ΕλληνοΤουρκικής προσέγγισης θα συνεχιστεί – πάντως μέχρι την συνάντηση Μητσοτάκη – Ντεμιρέλ στο «Νταβός -2», το 1992 – γίνονται ήδη φανερά τα όρια της ίδιας της λογικής της προσέγγισης με μικρά βήματα και υπόβαθρο επιχειρηματικής συνεργασίας. Επειδή δε αναφερθήκαμε στην συνάντηση Μητσοτάκη-Ντεμιρέλ, ας θυμηθούμε άλλωστε ότι έχει πλέον εγκαταλειφθεί η «προσέγγιση Οζάλ» στην Τουρκία προσέγγιση που στηριζόταν ακριβώς στην επιχειρηματικότητα υπέρ μιας πολύ πιο παραδοσιακής «πολιτικής των πασάδων», ενώ και στην Ελλάδα, το Μακεδονικό αρχίζει να απορροφά όλο και πιο αποκλειστικά την πολιτική ενεργητικότητα της Κυβέρνησης Μητσοτάκη…