Με θέμα την αύξηση (ακριβέστερα: την συγκράτηση μείωσης) του κατώτατου μισθού

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Στην ψαλίδα του 4% έως 6% είχε καταλήξει το ΚΕΠΕ – μελετητικό κέντρο ανεξάρτητο κατά την καταστατική του υπόσταση. άλλωστε… μην ξεχνούμε ότι ιδρυτή είχε τον Ανδρέα Παπανδρέου, δεκαετίας του΄60 – ως σύσταση για την τωρινή αύξηση του κατώτατου μισθού. «Η αύξηση θα πρέπει να κινηθεί κοντά στον μέσο πληθωρισμό:» ήταν η σύσταση του Γιάννη Στουρνάρα, ως ΤτΕ (προβλέποντας 5,2% μέσα επίπεδα πληθωρισμού για το 2022). Συνεπώς, το 7,5% που ανακοίνωσε, επισπεύδοντας λιγάκι καθώς «αισθάνθηκε» επιδείνωση του κοινωνικού κλίματος ο Πρωθυπουργός, προκαταλαμβάνοντας μάλιστα νομοθετημένες διαδικασίες, διαβουλεύσεις με κοινωνικούς εταίρους κοκ, υπήρξε σαφώς υπέρβαση των «επίσημων» συστάσεων: άλλωστε το επεσήμανε ο ίδιος, «η πρωτοβουλία μας αυτή αγγίζει τα ανώτατα όρια αντοχής της οικονομίας».

Στα 713 ευρώ, από τα 663 στα οποία είχε διαμορφωθεί, δηλαδή με αύξηση 50 ευρώ μηνιαίως, θα βρίσκεται πλέον ο κατώτατος μισθός σε απόλυτα μεγέθη με την αποφασισμένη κίνηση. Και τούτο, ενώ η ΓΣΕΕ ζητούσε 751 (ο ΣΥΡΙΖΑ στο πρόσφατο Συνέδριό του έκανε λόγο για 800 ευρώ, το ΚΚΕ για 825). Άμα κανείς λάβει υπόψη τα στερεότυπα της Ελληνικής δημόσιας συζήτησης, πάλιν η επίσημη πρόσληψη της αύξησης είναι «στα επάνω» του πρακτικά αναμενόμενου. Άλλωστε η καθιερωμένη μεθόδευση των διαρροών μιλούσε για «αύξηση που θα φέρει τον κατώτατο να έχει»7» μπροστά» – 6% αύξηση θα έδινε λοιπόν κάτι σαν 702 ευρώ κατώτατο.

Στην επικοινωνιακή διαχείριση, όσοι «έπρεπε» να θαυμάσουν την κυβερνητική απλοχεριά – λεπτομέρεια: ο ιδιωτικός τομέας, ιδίως η μικρή και μεσαία επιχείρηση και μάλιστα στον πιεσμένο τομέα των υπηρεσιών όπου επιχωριάζει η απασχόληση  με τον κατώτατο, θα τον καταβάλει τον εν λόγω κατώτατο… – έσπευσαν να υιοθετήσουν την επίσημη αναπαράσταση περί «ενός πρόσθετου καθαρού μισθού». Σε διαφορετική πάλι προσέγγιση, η αντίληψη του «ενός ακόμη 50ευρου στα χέρι» δίνει την αίσθηση του δώρου: κατά πόσον αυτό δημιουργεί στον εργαζόμενο ευφρόσυνα αισθήματα, μένει να φανεί. (Αρχικά στις δημοσκοπήσεις, οι οποίες και έφεραν την ανησυχία στις τάξεις της Κυβέρνησης. Εντέλει στις κάλπες).

Όσοι πάλι «έπρεπε» να βρουν την αύξηση αυτή αναντίστοιχη προς τις ανάγκες των εργαζομένων, δεν μπορούσε παρά να θυμίσουν ότι ο πληθωρισμός τρέχει με 9% (και … βλέπουμε!), ότι το καλάθι της νοικοκυράς ή το ντεπόζιτο της βενζίνης πάει πολύ πιο γρήγορα, ή πάλιν ότι η γενναιόδωρη αύξηση του κατωτάτου ισοδυναμεί με 1,6 ευρώ την ημέρα.

Αν, τώρα, κανείς ήθελε να δει το πράγμα λίγο πιο αποστασιοποιημένα από τις ανάγκες της επικοινωνίας, θα χρειαζόταν να σταθεί περισσότερο στο ότι η τωρινή αύξηση θα τρέξει για τα 2/3 της φετινής χρονιάς (από 1ης Μαΐου), ενώ ο καημένος ο τιμάριθμος καταναλωτή έχει ξεφύγει ήδη από την αρχή του χρόνου. Ακόμη πιο σημαντική η επισήμανση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την απώλεια αγοραστικής δύναμης του κατώτατου, που «τον Ιανουάριο της φετινής χρονιάς ξεπέρασε το 14% έναντι του Ιανουαρίου του 2021». Αλλά και οι συγκρίσεις του δικού μας κατώτατου (σε αγοραστική δύναμη), και μάλιστα η εξέλιξη της υστέρησής του: το 2021 ο Ελληνικός κατώτατος ήταν 1% χαμηλότερος από τον Πορτογαλικό, πριν την τωρινή αύξηση βρέθηκε 5% χαμηλότερος Μην κοιτάξτε, δε, καν προς την Ιρλανδία (πάντα σε αγοραστική δύναμη οι συγκρίσεις!), όπου η υστέρηση είναι κατά 43% και 45% αντίστοιχα.

Ίσως η πιο τραυματική διαπίστωση, τώρα: το ποσοστό των μισθωτών εκείνων που ζουν με βάση τον κατώτατο είναι ένα 46% (καλά το διαβάζετε; σχεδόν το μισό του συνόλου), κατάσταση που αποτελεί το απόλυτα χειρότερο στην ΕΕ «27». Έπεται η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Βουλγαρία, η Κροατία… αρκεί! Βέβαια σ’ εμάς έχει προηγηθεί ο οδοστρωτήρας τριών Μνημονίων «διάσωσης», ένας υποκατώτατος κοκ.

Και, επειδή μιλούμε μεταξύ μας, ας μην φεύγει από τα μάτια μας το ότι η αληθινή νάρκη στην Ελληνική πραγματικότητα είναι άλλη: όχι ο νομοθετημένος κατώτατος, αλλά η καταβολή ή μη του κατώτατου. Καθώς και το αν η αύξηση στον κατώτατο θα συμπαρασύρει – και πόσο – ανώτερα κλιμάκια, επίσης παγωμένα εδώ και καιρό.  Ακόμη και ο Κυριάκος Μητσοτάκης το είδε, αυτό, και έσπευσε να το καλύψει λέγοντας: «σειρά έχουν και εκείνοι [οι επιχειρήσεις] να σταθούν δίπλα στους υπαλλήλους τους» (δεν άντεξε μόνο να προσφέρει την λέξη «εργαζομένους»).

Έτσι πορευόμαστε, λοιπόν, με την αύξηση του κατώτατου μισθού, ή μάλλον με την συγκράτηση της μείωσής του. Και… ό,τι και να πουν όσοι ενθουσιάστηκαν επικοινωνιακά με τον κατώτατο στα 713 ευρώ/μήνα, ή πάλι όσοι την βρήκαν απογοητευτική, ο κάθε ένας και η κάθε μια που θα λάβει τον κατώτατο, αυτοί θα την αποτιμήσουν για τον εαυτό τους. Και θα απαντήσουν στην επόμενη δημοσκόπηση αναλόγως…