Πάλι Ευρωπαϊκά: όταν συντονίζονται οι προκλήσεις στα πιο ουσιαστικά

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Στους παραδοσιακά αργόσυρτους, «διοικητικούς» ρυθμούς με τους οποίους κινούνται τα πράγματα στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μια ενδιαφέρουσα ανατροπή έρχεται σ’ αυτήν την φάση. Με τον συντονισμό ουσιωδέστατων προκλήσεων – ακόμη και ημερολογιακά.

Δείτε: σήμερα η ΕΚΤ αποφασίζει για το πρώτο βήμα αύξησης του κεντρικού της επιτοκίου, για πρώτη φορά μετά από περισσότερα των 10 χρόνων, καθώς πλέον ο πληθωρισμός έχει εγκατασταθεί (και) στις ευρωπαϊκές οικονομίες. Η υστέρηση της ΕΚΤ σε σχέση με τις κινήσεις της Fed αλλά και άλλων Κεντρικών Τραπεζών σε μια λογική wait-and-see έχει τις εξηγήσεις της (η Ευρωπαϊκή οικονομία – δηλαδή η Γερμανική – είναι πολύ πιο εξαρτημένη από την υπό περιθωριοποίηση λόγω κυρώσεων Ρωσική ενέργεια, άρα και πιο επιρρεπής σε υποχώρηση απ’ ό,τι π.χ. η Αμερικανική), πλην όμως έγινε σαφές ότι πρόσθετη καθυστέρηση θα ισοδυναμούσε προς παιχνίδι με την φωτιά. Η Κριστίν Λαγκάρντ, κατεξοχήν πολιτική φιγούρα στην διαχείριση των νομισματικών προκλήσεων, δεν θα μπορούσε να «κρατήσει» άλλο την γραμμή των ισορροπιών: η πίεση για πρώτο βήμα στις αυξήσεις κατά 0,50% αντί του εξ αρχής προγραμματισμένου/ανακοινωμένου 0,25% είχε γίνει σημαντική – και δεν είναι μόνον θέμα «ιεράκων» του Βορρά έναντι «περιστερών» του Νότου, αλλά και κόπωσης των ισορροπιών στο ΔΣ της ΕΚΤ.

Δίπλα όμως σ’ αυτήν την πρόκληση, λειτουργεί εκείνο που ενδιαφέρει ακόμη περισσότερο την Ελλάδα σήμερα: ο διαβόητος – ήδη – Transmission Protection Mechanism, ο Μηχανισμός Προστασίας Μεταβίβασης (της νομισματικής πολιτικής), δηλαδή ο μηχανισμός με τον οποίο μετά την εκπνοή του ΡΕΡΡ/ του μηχανισμού στήριξης για την πανδημία και μετά την λήξη της ευρύτερης πρακτικής της ποσοτικής χαλάρωσης/τον τερματισμό των αγορών ομολόγων τον Ιούνιο που πέρασε, θα χρησιμεύσει ως δίχτυ ασφαλείας. Ώστε η εκτίμηση κινδύνου από πλευράς των αγορών/οι αποδόσεις των ομολόγων του Νότου και δη τα spreads τους σε σχέση με τα Γερμανικά Bunds να μην περιθωριοποιήσουν τις χώρες του Ευρωπαϊκού Νότου, «σπάζοντας» έτσι την συνοχή της Ευρωζώνης. Ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα, ώστε αυτή ακριβώς η απόφαση – δηλαδή το να υποκαταστήσει η ΕΚΤ την δική της κρίση σε εκείνη των αγορών σχετικά με αν το στοιχείο κινδύνου στα ομόλογα (να είμαστε ειλικρινείς…) της Ιταλίας λαμβάνει ή όχι «σωστά» υπόψη τα οικονομικά fundamentals ή αν έχει να κάνει με νευρικότητα/υπεραντίδραση των αγορών – να έρχεται την στιγμή της πιο εμφανούς πολιτικής αναξιοπιστίας του Ιταλικού πολιτικού συστήματος. Με την παραίτηση Μάριο Ντράγκι να πηγαινοέρχεται, με τα «5 Αστέρια» να βλέπουν την Λέγκα/Σαλβίνι να τους ξεπερνούν σε αμφισβήτηση του Ντράγκι, και την «Φόρτσα Ιτάλια»/Μπερλουσκόνι από δίπλα. Ποια fundamentals υπό τέτοιες συνθήκες;

Προσοχή, δε, εδώ! Το θέμα δεν ήταν απλώς χειρισμοί εξουσίας, αλλά η αμφισβήτηση του κατώτατου μισθού (όπου ο Ντράγκι συνέχιζε μεν τις συνεννοήσεις με τους κοινωνικούς εταίρους, αλλά αδιέξοδο βρισκόταν ενόψει…) και η αντίστοιχη αμφισβήτηση του επιδόματος ανεργίας (το οποίο, κατά Ντράγκι, όταν δυσλειτουργεί πρέπει να παραμερίζεται ο ρόλος του). Ό,τι «πολιτική» εκτόνωση κι αν επιχειρηθεί, βασικές πτυχές του Προγράμματος διακυβέρνησης Ντράγκι έχουν τραυματισθεί – μαζί τους και προϋποθέσεις για την προώθηση της εφαρμογής του Ταμείου Ανάκαμψης, δηλαδή της βασικής αποστολής του «Σούπερ Μάριο».

Πάμε όμως τώρα στο άλλο πεδίο, όπου έγιναν τα αποκαλυπτήρια – χθες, σε κλίμα θερινών διακοπών μεν, αλλά με πολιτικά φορτισμένο μήνυμα – των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, είχαν μεγαλύτερο βάθος απ’ όσο οι τελευταίες εβδομάδες άφηναν να διαφανεί. Πώς αυτό; Ναι μεν υπήρξαν από πλευράς φον ντερ Λάϊεν οι αναμενόμενες πολιτικές κορώνες («Η Ρωσία μας εκβιάζει, χρησιμοποιεί την ενέργεια ως όπλο»/weaponizes), πλην όμως υπήρχε και «μετάφραση» σε κάτι το λειτουργικό: πρόταση για μείωση από μέρους όλων των Κρατών μελών της κατανάλωσης φυσικού αερίου από την επόμενη εβδομάδα και μέχρι το τέλος του χειμώνα/Μάρτιο του 2023 κατά 15%, σε σχέση με τις καταναλώσεις 2016-21 (της “fair weather” ενεργειακής εποχής).

Προσοχή κι εδώ! Οι προτάσεις αυτές μιλούν για εθελοντική ευθυγράμμιση – όμως… άμα κηρυχθεί «κατάσταση ενεργειακού συναγερμού» (Union Alert) από την Επιτροπή, τότε η εν λόγω μείωση θα καθίσταται δεσμευτική για όλους/όλες τις χώρες/όλες τις οικονομίες. Όσον αφορά την κλιμάκωση του περιορισμού στην χρήση φυσικού αερίου, θα αφηνόταν στις Κυβερνήσεις η ευθύνη – και… το πολιτικό κόστος! – της προτεραιότητας που θα δίνεται στις ενεργειακές περικοπές, με τα νοικοκυριά και τις βασικές κοινωνικές υπηρεσίες να εξαιρούνται από κάθε προσέγγιση δελτίου.

Δεν έλλειψε, βέβαια, το ερώτημα προς την Πρόεδρο της Επιτροπής, κατά πόσον τα Κράτη-μέλη έχουν ερωτηθεί, αν δηλαδή έχουν γενικώς προσυμφωνήσει (Η ερώτηση αυτή αντικατοπτρίζει την θέση ουκ ολίγων Κρατών, ότι οι περικοπές θα έπρεπε να γίνονται αναλόγως με την εξάρτηση κάθε χώρας από το φυσικό αέριο, όχι με ένα flat 15%. Γνωστόν ότι μείζονα εξάρτηση έχει η Γερμανία, συν οι χώρες Κεντρικής Ευρώπης λόγω Σοβιετικού τους παρελθόντος. Γνωστόν επίσης ότι η Γερμανία, από μόνη της, απορροφά το μεγαλύτερο ποσοστό ενέργειας, σε Ευρωπαϊκή κλίμακα).

Κατά την συνήθειά της να απαντά σε ουσιαστικό ερώτημα με πολιτική κορώνα, η Πρόεδρος της Επιτροπής ανέφερε το «η Gazprom είναι όλως αναξιόπιστος προμηθευτής» – και τούτο την στιγμή που η Γερμανία έτρεχε να προλάβει να παραδώσει στην Gazprom την επισκευασμένη στον Καναδά τουρμπίνα-κλειδί (η τουρμπίνα – πρόσχημα;) ώστε να μην μείνει εκτός λειτουργίας ο αγωγός φυσικού αερίου NordStream-1. Όμως δεν διέφυγε από την προσοχή κανενός ότι το προτεινόμενο σχήμα, με την εξουσία για κήρυξη “Union Alert» να περιέρχεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν (ΑΝ) γίνει αυτό αποδεκτό από τα Κράτη-μέλη, θα αποτελέσει πλέον μιαν καθοριστική μεταβίβαση λειτουργικής εξουσίας στις Βρυξέλλες. Μια μεταβίβαση μπροστά στην οποία ακόμη και η διαχείριση των εμβολίων για την Covid-19 αλλά και η ιστορία ολόκληρου του Ταμείου Ανάκαμψης θα ωχριά – θεσμικά.

Συνδέστε, τώρα, με την ευθεία πλέον πρόταση/αίτημα του Καγκελαρίου Σολτς για εγκατάλειψη του κανόνα της ομοφωνίας για τα μείζονα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και προκύπτει μια πολυσήμαντη επιτάχυνση των Ευρω-εξελίξεων. Πλην αν η πολιτική πραγματικότητα την φρενάρει.