Καλύτερα να προβλέψεις το παρελθόν παρά το μέλλον…

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Θα μπορούσε κανείς να ξαφνιαστεί πώς, αντλώντας προχθές 3 δις ευρώ από τις αγορές με επιτόκιο στο 1,8% (το βιβλίο προσφορών άνοιξε κοντά στο 1,9%, ύστερα με τα συνήθη μαγικά των ρηχών αγορών «συμπιέσθηκε» στο 1,8% με προσφορές κάπου 15 δις), ο υπουργός Οικονομικών Χρήστος Σταϊκούρας δήλωνε ότι «ήταν ιδιαίτερα ικανοποιητικό το επιτόκιο [στην] δύσκολη αυτή συγκυρία». Μάλιστα συνέκρινε με «το επιτόκιο της αντίστοιχης έκδοσης του Μαρτίου 2019 [ο αναγνώστης θα δει, αν περιμένει λίγο, το σκόπιμο της σύγκρισης] όταν το επιτόκιο είχε διαμορφωθεί στο 3,9%».

Γιατί, να ξαφνιαστεί, κανείς; Επειδή πριν ένα χρόνο, σχεδόν μέρα – την ημέρα, το επιτόκιο με το οποίο είχαν αντληθεί (τότε) 3,5 δις ήταν στο 0,8% (την ίδια εποχή, με 1,95% σηκώθηκαν 2,5 δις για 30ετή διάρκεια…). όταν δε πέρσι το καλοκαίρι είχε επανεκδοθεί το 10ετές – κα αντλήθηκαν 2,5 δις ευρώ – το επιτόκιο ήταν 0,9% (οι τότε προσφορές: σκάρτα 30 δις ευρώ).

Τότε, μάλιστα, με αρκετά πανηγυρικές δηλώσεις είχε εκφρασθεί όχι μόνον ο Χρ. Σταϊκούρας, αλλά και ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Αναφερόταν σε «άλλο ένα σημάδι εμπιστοσύνης στην Ελληνική ανάκαμψη και τις μακροπρόθεσμες προσδοκίες μας […] Η χώρα δανείζεται με ιστορικά χαμηλό επιτόκιο». Επειδή όμως λημματογραφούμε δηλώσεις πολιτικών περί χρέους, εκδόσεων 10ετών ομολόγων αναφοράς/ benchmark κοκ, αν ξαναθυμηθούμε την -τεχνικά ευφυή –  τοποθέτηση Κυρ. Μητσοτάκη όταν ήταν ακόμη αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης αλλά σαφώς έβλεπε – Μάρτιο του 2019 – να του έρχεται η εξουσία. Τότε έλεγε «ειλικρινά ελπίζω η έκδοση το 10ετούς να είναι επιτυχής», [ήταν], επεξηγώντας ότι «οι αγορές περιμένουν πολιτική αλλαγή στην χώρα» [άρα, γι αυτό η προσδοκία επιτυχίας, θάλεγε κανείς]. Βέβαια, προσέθετε κάτι το ακόμη «πολιτικότερο»: Δεσμεύθηκε ότι η επερχόμενη κυβέρνηση θα φέρει (will deliver) την επενδυτική βαθμίδα του Ελληνικού χρέους εντός 18μηνών.

Ως γνωστόν, καλύτερα να προβλέπει κανείς το παρελθόν παρά το μέλλον! Από τον Μάρτιο του 2019 θα έχουν περάσει συντόμως 36 μήνες – και το investment grade βρίσκεται κάπου στον ορίζοντα, πάντως όχι στην ερχόμενη στροφή. Το «άδειασμα» των προσδοκιών αναβάθμισης από Fitch και Moody’s πρόσφατο. Βέβαια, θα πει κανείς ότι έκτοτε έπεσε το ταβάνι της πανδημίας και της συνακόλουθης κρίσης. όμως… ακριβώς λόγω της πανδημίας, του Προγράμματος ΡΕΡΡ της ΕΚΤ κοκ καταβυθίστηκαν τα επιτόκια. και  βρέθηκε η Φρανκφούρτη υπερήφανη διακάτοχος κάπου 35 δις ευρώ σε Ελληνικά ομόλογα, πάνω από τα μισά διαθέσιμα στις αγορές (με πρόσφατη την προσδοκία/ελπίδα μέσω επανεπενδύσεων και μη-τήρησης της κλείδας κατανομής να συνεχίσει να στηρίζει το non-investment grade Ελληνικό χαρτί μέχρι και το 2024).

Πάμε λοιπόν πίσω στην αρχή! Είχε δίκιο ο Χρ. Σταϊκούρας να χαίρεται με τους τωρινούς όρους δανεισμού, καθώς οι αγορές – κάτι η άνοδος του πληθωρισμού παντού, κάτι τα τωρινά σήματα νευρικότητας των Κεντρικών Τραπεζών – σφίγγουν αισθητά. Την ώρα που εμείς βγαίναμε και πετυχαίναμε 1,8%, η Γερμανία – ναι, η Γερμανία – περνούσε για πρώτη φορά μετά από χρόνια σε αποδόσεις των Bunds της σε θετικό έδαφος. Είναι, εδώ, ενδιαφέρον ότι οι αγορές μας έδωσαν τα 3 δις με επιτόκιο συγκρίσιμο με το μέσο κόστος τού – υπερεπιδοτημένου, βέβαια, μετά τις αναδιαρθρώσεις του μέσω ESM –  εξωτερικού χρέους της Ελλάδας, που είναι κάπου εκεί κάτω του 1,8%. Κατά έναν στρεβλό τρόπο, ευχάριστο είναι ότι μας ακολούθησαν ακόμη οι αγορές, με τέτοιους όρους λίγα μόλις εικοσιτετράωρα αφότου η Fitch δεν [ΔΕΝ} βελτίωσε το rating της Ελλάδας. Και είμαστε σε μακρινή αναμονή της επενδυτικής βαθμίδας.

Αντί υστερόγραφου: ακόμη περισσότερο έχει νόημα να μιλάει περί καλής ισορροπίας ο Χρ. Σταϊκούρας, επειδή κράτησε αυστηρή γραμμή στο «εύκολο» αίτημα για μείωση του ΦΠΑ, που κινδύνεψε – με συνηγορία Αδώνιδος – να δημιουργήσει το Eurogroup την αίσθηση ότι η Ελλάδα ξαναζεί με αντανακλαστικά «λεφτά υπάρχουν».