Διαβάζοντας (και ξαναδιαβάζοντας) Ευκλείδη Τσακαλώτο

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Σχολιάσθηκε πολλαπλά και με διάθεση εξαγωγής πολιτικών συμπερασμάτων – βλέπετε είναι και το κυοφορούμενο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ στον άμεσο ορίζοντα – η συνέντευξη/συζήτηση του Ευκλείδη Τσακαλώτου με την Μαρία Κατσουνάκη στην “Καθημερινή” της περασμένης Κυριακής. Όχι αναγκαστικά από ανθρώπους που διάβασαν όλο το κείμενο – δεν είναι και τόσο σπάνιο το φαινόμενο αυτό της αποσπασματικής χρήσης των λεγομένων των πολιτικών! – όσο, κυρίως, με πρόθεση να αναδειχθούν αιχμές στην εσωκομματική ταραχή ενός πιεσμένου δημοσκοπικά ΣΥΡΙΖΑ και στην προσπάθεια του Αλέξη Τσίπρα να αποκτήσει κάτι σαν έλεγχο στο κομματικό πηδάλιο.

Έτσι, τα περί ανασφάλειας που χαρακτηρίζει τον Τσίπρα ή πάλι το περί Αριστεράς και Δεξιάς που συγκινούν πολύ λιγότερο την νέα γενιά προσέχθηκαν περισσότερο, π.χ. από την αντίστοιχη παρατήρηση για αίσθηση ματαιότητας (μαζί με την πολιτική ριζοσπαστικοποίηση) ανάμεσα στους νέους ή ακόμη την ανάδειξη της «χαρισματικής λαϊκότητας» του Τσίπρα. Όμως, πιο ουσιαστικές παρατηρήσεις Τσακαλώτου όπως ότι «θα έχει βάθος και μάκρος ο μετά την πανδημία χρόνος» (με ό,τι αυτό σημαίνει για την αναζήτηση της εξουσίας…), ή ακόμη για το τι θα μπορούσε να εισφέρει η συμμετοχικότητα στην οικοδόμηση του αύριο, έμειναν αποφασιστικά στο περιθώριο.

Ένα είναι βέβαιο: όποιος αποφασίζει να διαβάσει Ευκλείδη Τσακαλώτο, χρειάζεται να αποδεχθεί ότι θα πρέπει να πάει το διάβασμά του σε λίγο μεγαλύτερο βάθος. Έτσι, πριν λίγες μόλις εβδομάδες κυκλοφόρησε σε βιβλίο σειρά τοποθετήσεών του – «Στο κόκκινο σακίδιο: Πολιτικό ημερολόγιο και άλλα κείμενα» (στις Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ), όπου δίπλα σε μια αναφορά στο πώς βρέθηκε από την αρχή σε αντιπαράθεση με την πολιτική των Μνημονίων αλλά και στο πώς κατέληξε να διαχειρίζεται τις κεντρικές επιλογές πολιτικής στο «μετά Βαρουφάκη» φινάλε των ίδιων αυτών Μνημονίων, συναντά κανείς την υποστήριξη του ότι η πορεία προς την πολιτική δεν οδηγείται από μιαν αφηρημένη συζήτηση, αλλά από το πώς η συνείδηση αυτή καθορίζεται από το κοινωνικό είναι.

Το γεγονός ότι αυτό το πολιτικό βιβλίο, με στοιχεία βέβαια αυτοβιογραφίας/αυτοσυνείδησης, προλογίζεται –  ανατρεπτική επιλογή! –   από την Μάρω Δούκα της «Αρχαίας Σκουριάς», η οποία αναδεικνύει έναν πολιτικό ο οποίος «έχει την έγνοια και το ενδιαφέρον του πολιτικού που προσπαθεί μέσα από την δική του ανησυχία να δει διαχρονικά και να ορίσει παραμυθητικά την εποχή του», έχει σίγουρα το δικό του ενδιαφέρον. Αν είναι  τουλάχιστον «να αρχίσουν οι άνθρωποι να σκέφτονται διαφορετικά απ’ ότι κατά το παρελθόν».

Όμως ούτε εκεί τελειώνουν οι αναγνωστικές διαδρομές που «χρειάζεται» μια εξοικείωση με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο και τον βηματισμό του. Έτσι, σε προ καιρού φύλλα της «Εφημερίδας των Συντακτών» είχαν εντεθεί , σε μορφή μικρών βιβλίων παλιότερες καταθέσεις του που πάνε πίσω – ακριβώς – στο 2011 και το ξεκίνημα της μεγάλης περιπέτειας της Ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας.

Η μοίρα ωστόσο τόφερε, και έπεσε στα χέρια μας ένα ακόμη πιο διαφορετικό κείμενο: με μορφήν Working Paper (Νο 12) στα πλαίσια των ερευνητικών εργασιών που στήριξε/χρηματοδότησε το Ελληνικό Κέντρο Ευρωπαϊκών Μελετών, βρίσκει κανείς μια μελέτη με τίτλο: «European Integration and the Banking Sector in Southern Europe: Competition , Efficiency and Structure». Υπογράφεται από την Χέδερ Γκίμπσον και τον Ευκλείδη Τσακαλώτο τότε του Πανεπιστημίου του Κεντ/τότε ζευγάρι, και αναζητά την επίπτωση που θα είχε η κίνηση ελευθέρωσης των τραπεζικών συστημάτων στα πλαίσια της Ενιαίας Εσωτερικής Αγοράς/του «1992». Εκεί, δίπλα σε μια αρκετά παραδοσιακή Ευρω-ανάλυση με προσπάθεια αναζήτησης των διαρθρωτικών αλλαγών που προοιωνίζονταν τα ανοίγματα του χρηματοπιστωτικού τομέα επί εδάφους ριζικά διαφορετικών δομών Βορρά/Νότου, βρίσκει πάντως ο αναγνώστης ήδη την επισήμανση για την «ανάγκη (πρόσθετης) παρέμβασης των Κεντρικών τραπεζών για συγκράτηση του ανταγωνισμού, ώστε να μην απογειώνονται οι χρηματοπιστωτικές κρίσεις». Και, παραπέρα, «μπορεί κάτι τέτοιο να έχει κόστος από πλευράς αποτελεσματικότητας όμως […] με δεδομένη την αξία της σταθερότητας γiα το κοινό καλό, το κόστος αυτό μπορεί να αξίζει να πληρωθεί».

Αξίζει όντως να διαβάζει κανείς (και να ξαναδιαβάζει) Ευκλείδη Τσακαλώτο. Όμως… λίγο πιο ολοκληρωμένα.