Επίσκεψη στο Σχέδιο Προϋπολογισμού 2023

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Κατατέθηκε, λοιπόν, το τελικό Σχέδιο Προϋπολογισμού 2023, με το οποίο μαθαίνουμε ότι στοχεύεται αύξηση του ΑΕΠ κατά 1,8% ενώ για το σύνολο του 2022 «γράφεται» 5,6%. Στο Προσχέδιο του προϋπολογισμού, πριν ένα μήνα, η φετινή αύξηση του ΑΕΠ είχε θεωρηθεί ότι θα έφθανε στο 5,3%, ενώ στο Πρόγραμμα Σταθερότητας (την άνοιξη) γινόταν λόγος για 3,1%.

Βέβαια, αυτή η θετική εξέλιξη θέλει και λίγη προσοχή στην αποτίμησή της, καθώς π.χ. στην φετινή χρονιά μαθαίνουμε ότι είχαμε 4,8 δις σε μέτρα στήριξης για το ενεργειακό, συν άλλα 4,4 δις για τα απόνερα της πανδημίας και διάχυτα μέτρα θεωρούμενα μεταρρυθμιστικού χαρακτήρα. Δηλαδή… με μέτρα κόστους 9,2 δις, «κερδήθηκε» για φέτος πρόσθετο ΑΕΠ κοντά 11 δις. Όχι και λαμπρό! Όσο για το επερχόμενο 2023, υπάρχει καταγεγραμμένη προοπτική δημοσιονομικής παρέμβασης ύψους 4,2 δις: αποτελεί μεν αποκλιμάκωση σε σχέση με την φετινή πρακτική πλην όμως αν «αποδώσει» πρόσθετο ΑΕΠ της τάξεως των 3,25 δις ευρώ (κάπου εκεί είναι το 1,8% αύξηση…), κάτι δεν πάει και τόσο καλά.

Μια ματιά, τώρα, στο υπέρθερμο μέτωπο του πληθωρισμού βρίσκει την Ελλάδα με πρόβλεψη 9,7% για το σύνολο 2022 –  λίγο πιο συγκρατημένη από’ εκείνην του συνόλου Ευρωζώνης ή/και σύνολο ΕΕ. «Προσγείωση» σε ρυθμό 5% υπολογίζεται/ελπίζεται για το 2023 από τους συντάκτες του Προϋπολογισμού, πάλι λίγο χαμηλότερα από τις προβλέψεις για Ευρωζώνη (6,1%) και ΕΕ (7%). Μέρος – όχι ασήμαντο – του ενθουσιασμού για το συμμάζεμα του Ελληνικού χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, με ένα 160% να ανεβάζει ρίγη ενθουσιασμού στις ανακοινώσεις, οφείλεται ακριβώς στον υψηλό πληθωρισμό, που μεγεθύνει το (ονομαστικό) ΑΕΠ.

Την ίδια πάντως στιγμή στο Δελτίο Εξελίξεων στην Βιομηχανία του ΙΟΒΕ, Νοεμβρίου 2022, Δελτίο το οποίο καλύπτει ευρύτερα τις τελευταίες τάσεις στην οικονομία, καταγράφεται «ισχυρή επιδείνωση του οικονομικού κλίματος τον Οκτώβριο», με υποχώρηση σε Βιομηχανία και Υπηρεσίες, βελτίωση σε Κατασκευές και Λιανεμπόριο. Ταυτόχρονα, γίνεται αναφορά σε «έντονη επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης», και μάλιστα με την επισήμανση ότι το τελευταίο αυτό στοιχείο οφείλεται σε «υποχώρηση προσδοκιών σε όλους τους καθοριστικούς παράγοντες». Αν μάλιστα δώσει κανείς από κοντά προσοχή στις καμπύλες του Δελτίου που παρουσιάζουν την διαμόρφωση αφενός του οικονομικού κλίματος και αφετέρου της καταναλωτικής εμπιστοσύνης σε Ευρωζώνη/ΕΕ και σε Ελλάδα, αντιστοίχως, διαπιστώνει ότι στον πρώτο μεν δείκτη (οικονομικό κλίμα) η Ελλάδα παρακολουθεί από το 2020 και μετά την Ευρωπαϊκή διακύμανση, μάλιστα παραμένοντας τώρα τελευταία λίγο καλύτερα. Αντιθέτως, στην καταναλωτική εμπιστοσύνη όπου κινούμασταν όλη την διάρκεια της κρίσης χρέους πολύ χαμηλότερα, ύστερα καταγράψαμε μιαν Ελληνική εκτίναξη που οδήγησε στο να συναντήσουμε τους Ευρωπαϊκούς δείκτες, εν συνεχεία όμως πέσαμε πολύ βαθύτερα από τους Ευρωπαίους στην ανοχή Covid-19. τώρα πάντως έχουμε καταλήξει πολύ χαμηλότερα από τους Ευρωπαϊκούς δείκτες, σχεδόν σταθερά αρνητικά.

Αξίζει να το έχει κανείς, αυτό, κατά νουν καθώς η καίρια παρατήρηση του Γιάννη Στουρνάρα – ότι την ανώτερη των προσδοκιών επίδοση της Ελληνικής οικονομίας το 2022 την εξηγεί αφενός μεν η πολύ καλή τουριστική χρονιά, αφετέρου όμως η πέραν των προσδοκιών καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών – δημιουργεί ένα φαινομενικό παράδοξο. Δυσπιστούν οι καταναλωτές για την σταθερότητα και την εξέλιξη των πραγμάτων, ωστόσο… καταναλώνουν. (Επειδή, δε, η κατανάλωση κρατιέται, μένουν υψηλά και οι φόροι που στηρίζονται στην κατανάλωση – ΦΠΑ και ειδικοί φόροι, όπως στα καύσιμα. Αυτό με την σειρά του, αντιστηρίζει εν πολλοίς την αισιοδοξία για δημοσιονομική ισορροπία).

Εδώ, επιστρέφοντας στον Προϋπολογισμό 2023, συναντούμε πρόβλεψη για πρωτογενές έλλειμμα 1,6% του ΑΕΠ για το 2022 (έναντι πρόβλεψης ελλείμματος 2% κατά το Πρόγραμμα Σταθερότητας), ενώ πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ για το 2023 έναντι πιο φιλόδοξου 1,3% στο Πρόγραμμα Σταθερότητας. Προσπάθεια, αυτή, να αποφευχθεί εκτροχιασμός – ή: αίσθηση εκτροχιασμού από πλευράς Βρυξελλών… –  που εξαρτάται από την πορεία των μεγεθών στην αμέσως επόμενη, ανασφαλή και αβέβαιη (το θυμίζει σε κάθε στροφή ο Χρήστος Σταϊκούρας) περίοδο.