Μην ξαναξεκινήσουμε να αναζητούμε εχθρούς στο Eurogroup/EcoFin

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Θέλει, θαρρούμε, λίγη προσοχή η διαχείριση των όσων προσδοκούμε – στην Ελλάδα που ετοιμάζεται να βγει από την Ενισχυμένη Μεταμνημονιακή Εποπτεία (η οποία εγκαινιάσθηκε τον Ιούλιο του 2019 όταν πλέον η χώρα είχε βγει από το 3ο της Μνημόνιο) – από τις συζητήσεις γύρω από αυτόν τον «νέο εθνικό στόχο». Και από την σύστοιχη συζήτηση για την παράταση και κατά το 2023 της δημοσιονομικής χαλάρωσης (με την προτεινόμενη διατήρηση σε ισχύ της γενικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας).

Τα λέμε αυτά επειδή η προ δυο εβδομάδων αναγωγή της εξόδου από την Ενισχυμένη Εποπτεία σε «εθνικό στόχο» από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, έδινε στην κοινή γνώμη λίγο-πολύ την προοπτική για κάτι μείζον, απελευθερωτικό, σημαντικό. Τώρα, που μάλλον προκύπτει μια πραγματικότητα αρκετά πιο δεσμευτική, μαντεύουμε έναν εκνευρισμό στις τάξεις των κυβερνητικών (βέβαια… όχι του επιπέδου της ανησυχίας π.χ. με τις εκρήξεις απορριπτικότητας από πλευράς Ερντογάν στο άλλο μας ναρκοπέδιο, των ΕλληνοΤουρκικών).

Αντίστοιχα, η οικοδόμηση υπερπροσδοκιών για ελευθερία κινήσεων – σε απλούστερα Ελληνικά : για πρόσθετα μέτρα στήριξης στην φάση της επιδεινούμενης βιωμένης ακρίβειας – βρίσκει απέναντί της μιαν αισθητά πιο περιοριστική πραγματικότητα.

Στην Ελλάδα που παρ’ όλες τις διαψεύσεις βρίσκεται σε προεκλογική ετοιμότητα επανέρχεται λοιπόν ο πειρασμός να αναζητηθούν εχθροί – είδαμε να αρχίζει να αναφλέγεται στα Ελληνικά μήντια η φιγούρα του Γερμανού ΥΠΟΙΚ Κρίστιαν Λίντνερ, ο οποίος σε επίπεδο Eurogroup/EcoFin τάχθηκε εναντίον της δημοσιονομικής χαλάρωσης. διαβλέπουμε μια τάση, στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, να μπει η ετικέτα του «καλού» στον Ιταλό Επίτροπο Οικονομικών Πάολο Τζεντιλόνι, εκείνη του «κακού» στον Λεττονό Αντιπρόεδρο Βάλντις Ντομπρόβσκις. Εκείνο που βρίσκεται εν εξελίξει και συμπαρασύρει τις συζητήσεις στην Ελλάδα του 2022 είναι δυσάρεστα απλό: η Ευρώπη – ΕΕ και Ευρωζώνη – αναγνωρίζει ότι θα υπάρξει μια χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων, λόγω της κραυγής της κοινής γνώμης (=των εκλογικών σωμάτων…) υπό την πίεση του πληθωρισμού στην καθημερινότητα, και τούτο την στιγμή που θα σφίγγει η νομισματική πολιτική για ανάσχεση του ίδιου αυτού πληθωρισμού από πλευράς μακροοικονομικής διαχείρισης.

«Θύμα» των συμβιβασμών που φέρνει αυτή η αντίθεση είναι – θάλεγε κανείς: δεν μπορεί παρά να είναι – οι οικονομίες εκείνες που βρίσκονται πιο εκτεθειμένες από πλευράς ισορροπιών. Ήδη, Ελλάδα-Ιταλία-Κύπρος είναι στοχοποιημένες λόγω του βάρους του δημοσίου χρέους τους που δεν έχει πάψει να αποτελεί για την ΕΕ/Ευρωζώνη την λυδία λίθο. (Είμαστε κάπου στο 190% του ΑΕΠ, η Ιταλία στο 150%, η Κύπρος στο 105%. Στο σύνολο Ευρωζώνης πλησίαζε το 95%, στο σύνολο ΕΕ το 90% – αυτά πριν πέσει το ταβάνι του ενεργειακού και των ενισχύσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων εξ αυτής της αιτίας).

Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας, σιγά-σιγά αρχίζει να παρατηρείται και πάλι ότι δεν είναι μόνο η δημοσιονομική ισορροπία που ξεφεύγει, είναι και το εξωτερικό σκέλος – το αιώνια προβληματικό ισοζύγιο! – που επιδεινώνεται. Στις Εαρινές Προοπτικές της Επιτροπής, όλη η προσοχή στράφηκε στην πρόβλεψη για συμπίεση του ρυθμού ανάπτυξης (σε 3,5% για φέτος, με 3,1% για το 2023), ή έστω στις προβλέψεις για το έλλειμμα Γενικής Κυβέρνησης (μετά από ένα 10,2% το 2020 και 7,4% το 2021 λόγω κορωνοϊού, γίνεται λόγος για 4,3% φέτος, για 1% το 2023). Ποιες όμως πρόσεξε ότι το άνοιγμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν 7,9% το 2020, 8,3% το 2021, 8,4% το 2022 και προβλέπεται 6,4% το 2023;

Συνεπώς, προκειμένου να συναινέσουν όχι οι «φειδωλοί» του Ευρωπαϊκού Βορρά – με Γερμανία/Ολλανδία πάλιν στην αιχμή, ο δε Κρίστιαν Λίντνερ των Φιλελευθέρων βλέπει όλον αυτό τον καιρό το δικό του εκλογικό κοινό στην Γερμανία να λιώνει σαν το χιόνι την άνοιξη – αλλά οι αυτόκλητοι «προστάτες της Ευρωζώνης» στην χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων, αναμενόμενο ήταν να προτάξουν στην χαλάρωση που «επιβάλλει» το νέο κύμα κρίσης του ενεργειακού την τήρηση αυστηρότερης γραμμής για τις πιο αμφιλεγόμενες οικονομίες. (Τις οποίες , ειρήσθω εν παρόδω, ήδη έχουν στο στόχαστρο «οι αγορές»: δείτε τι συμβαίνει με τις αποδόσεις των Ελληνικών ομολόγων – πάνω από το 3,5% το 10ετές – και τι με τα spreads – πάνω από 200 bps έναντι του Γερμανικού).

Οπότε, το να πιστεύει π.χ. ο συμπαθέστατος υπουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών Πάνος Τσακλόγλου ότι προσφέρει καλές υπηρεσίες προαναγγέλλλοντας αυξήσεις συντάξεων σε… 7 μήνες από τώρα, ή πάλιν ο ΥΠΟΙΚ Χρήστος Σταϊκούρας διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα ξανα-υπάρξει έκτακτη εισφορά (και) για το Δημόσιο, δείχνει άγνοια κινδύνου.

Και, ακόμη περισσότερο, η συνεχώς επανερχόμενη καυχησιολογία για πακέττα στηρίξεων – πριν, για τον κορωνοϊό. τώρα, για την ακρίβεια, για το φυσικό αέριο, για τις βενζίνες – ως από τα τρία ή τέσσερα πιο φιλόδοξα στην ΕΕ, αληθινά λειτουργεί σαν σήκωμα αλεξικέραυνου εναντίον του εαυτού μας. Αντί, δηλαδή, να επεξηγείται με προσοχή και με σοβαρότητα ότι η Ελληνική οικονομία (και η κοινωνία…) χρειάζεται στήριξη λόγω των πληγών των Μνημονίων, που βάθυναν κι άλλο με την πανδημία και βρήκαν τώρα αδύναμες δομές με την ακρίβεια, δίνεται η εικόνα μπαϊρακιού. Κάτι μας θυμίζει, κάτι μας θυμίζει! Και μάλιστα με θεωρούμενο ως δεδομένο ότι ο «νέος εθνικός στόχος» της εξόδου από την Ενισχυμένη Εποπτεία μας «λύνει τα χέρια».

Αποτέλεσμα: φρενάρισμα ειδικά για την Ελλάδα-Ιταλία της δημοσιονομικής χαλάρωσης. πρόσθετη στοχοποίηση από τις αγορές. πρόσθετη αβεβαιότητα. (Οι Πορτογάλοι; Α, αυτοί διαφημίζουν τον αγώνα συμπίεσης του δημοσίου χρέους τους).