Αγγλοσαξωνικά στοιχήματα

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Δύο εβδομάδες μας χωρίζουν, πλέον, από τις ενδιάμεσες εκλογές/midterms στις ΗΠΑ, όπου θα έχουμε αντικατάσταση του 1/3 των μελών της Γερουσίας (σήμερα υπάρχει 50/50 ισορροπία του τρόμου Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικανών, που «σπάει» υπέρ της Διοίκησης Μπάιντεν μόνο με την ψήφο της Αντιπροέδρου Κάμαλα Χάρρις) και πλήρη αναδιάταξη στην Βουλή των Αντιπροσώπων (όπου η πλειοψηφία των Δημοκρατικών έναντι των Ρεπουμπλικανών είναι σήμερα 220/212, όχι όμως ακριβώς με λογική προοδευτικών/συντηρητικών όπως έδειξαν οι τελευταίοι μήνες).

Πρόσφατες δημοσκοπήσεις – όπως των ΝΥTimes – δίνουν 49% πρόθεση ψήφου για Ρεπουμπλικανούς, έναντι 45% για Δημοκρατικούς. στους λευκούς προηγούνται με 55% οι Ρεπουμπλικανοί, στους Ισπανόφωνους προηγούνται με 60% οι Δημοκρατικοί, οι οποίοι κερδίζουν με 78% τους μαύρους. Ηλικιακά, οι Ρεπουμπλικανοί υπερέχουν στους 45-65 ενώ στους άνω των 65 ετών υπάρχει ισοψηφία. όσοι διαθέτουν πτυχίο ψηφίζουν κατά 55% Δημοκρατικούς, όσοι δεν διαθέτουν κατά 54% Ρεπουμπλικανούς. Ισχυρότερη (50% έναντι 45%) η επιλογή Ρεπουμπλικανών στον ανδρικό πληθυσμό, με ισοψηφία στις γυναίκες (στο 47%).

Το σύστημα των δυο νομοθετικών σωμάτων στις ΗΠΑ – και της διόλου «εύκολης» νομοθετικής διαδικασίας – σημαίνει ότι έλεγχος της Γερουσίας από το αντίθετο του Προέδρου κόμμα συνεπάγεται οιονεί μπλοκάρισμα της δυνατότητας νομοθετικών του πρωτοβουλιών: αν αυτό συμβεί, ο ήδη ταλαιπωρημένος Τζο Μπάιντεν θα διεξέλθει την υπόλοιπη θητεία του ως lame duck/κουτσό παπί, δηλ. πολιτικά ακυρωμένος. (Δια τα καθ’ ημάς, ήδη το μπλοκάρισμα των Τουρκικών F-16/τροπολογία Μενέντες– εμβληματική, αλλά είχε το ενδιαφέρον της – έχει ήδη προσπεραστεί. Απώλεια της Γερουσίας, θα άνοιγε τελείως νέα ισορροπία για Ελλάδα – και Κύπρο). Απώλεια πάντως μόνο της Βουλής των Αντιπροσώπων από τους Δημοκρατικούς ούτως ή άλλως αδυνατίζει τον Πρόεδρο, αλλά δεν τον καθιστά πλήρως lame duck. Τελευταία (αλλά ουσιαστική) παρατήρηση: οι Δημοκρατικοί είχαν το καλοκαίρι ανάκαμψη ως αντίδραση πολλών Αμερικανών – και δη Αμερικανίδων – της μεσαίας τάξης στην κατάργηση του δικαιώματος στην άμβλωση, από την αντιστροφή νομολογίας του (συντηρητικότερου παρά ποτέ, ελέω Τραμπ) Ανώτατου Δικαστηρίου. Η οποία επιχειρείται, τώρα, να συγκρατηθεί νομοθετικά με πρωτοβουλίες των Δημοκρατικών. Τις τελευταίες όμως εβδομάδες πήραν κεφάλι αγριωπά, οι αντιδράσεις για την ακρίβεια – και δη για το κόστος της ενέργειας. Που τα χρεώνεται η διαχείριση των Δημοκρατικών, καθώς αυτοί κυβερνούν.

Επειδή οι εκλογές είναι σοβαρό πράγμα, ας δούμε όμως τι δίνουν οι στοιχηματικές εταιρείες: οι περισσότεροι bookies δίνουν 49% πιθανότητες να κερδίσουν οι Ρεπουμπλικανοί την Γερουσία (ενώ δυο μήνες νωρίτερα οι πιθανότητες ήταν στο 39%), ένα πιο πανεπιστημιακό στοίχημα δίνει 61% πιθανότητες να έχουν οι Ρεπουμπλικανοί Βουλή ΚΑΙ Γερουσία, ένα 37% να κρατήσουν οι Δημοκρατικοί την Γερουσία, μόλις 12% να έχουν και τα δύο σώματα.

Η μοίρα υπήρξε, βέβαια, πολύ σκληρότερη με τον άλλο πόλο του Αγγλοσαξωνικού κόσμου: την (άλλοτε Μεγάλη) Βρετανία. Εκεί, ήδη ένας μήνας εξουσίας της Λιζ Τρας είχε αρκέσει για να απογειωθούν οι αποδόσεις των στοιχημάτων εναντίον της παραμονής της στην εξουσία – ας πούμε μέχρι το τέλος της χρονιάς. Τρεις μέρες πριν την (αξιοπρεπή, πάντως) παραίτησή της, 67% των στοιχημάτων ήταν εναντίον της. Ακριβώς πριν την παραίτηση Τρας, στο YouGov ένα 55% των ερωτώμενων Συντηρητικών δήλωνε ότι θα ψήφιζε υπέρ του Ρίσι Σούνακ (τον οποίο είχε νικήσει άνετα η Τρας πριν πέντε εβδομάδες). όμως, συγκρινόμενος με τον Μπόρις Τζόνσον (ναι!), ο Ρ. Σούνακ υποχωρεί σε 23%, ως πρώτη επιλογή, με τον Τζόνσον να προπορεύεται με 32%.

Μένοντας πάντα στα στοιχήματα (είπαμε! η πολιτική είναι σοβαρή υπόθεση…) στην Βρετανία συνολικά οι bookies «δίνουν» ως υποψήφιο τον Ρίσι Σούνακ με πιθανότητες 54,5%, την Πέννυ Μόρντοντ (τώρα Πρόεδρο της Βουλής των Κοινοτήτων) με 40%, τον Μπεν Ουάλλας (υπουργό Άμυνας) με 9% και τον Μπόρις Τζόνσον επίσης με 9%. Κάπου εκεί, βέβαια, η πολιτική επαναδιεκδίκησε τα πρωτεία της από τις στοιχηματικές: ο Μπόρις Τζόνσον αποσύρθηκε – πιεζόμενος από την Γερουσία των Τόρις, που έβλεπε το ρεζίλεμα ως έσχατο κίνδυνο – και η πιθανότητα να βρεθεί στην ηγεσία των Συντηρητικών (και Πρωθυπουργός) ο Ρίσι Σούνακ, χωρίς καν ψηφοφορία των μελών του κόμματος, ανέβηκε κατακόρυφα.