Η δυσάρεστη εκμάθηση της τέχνης της ανώμαλης προσγείωσης

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Εκτός από σοκ χωρίς όρια, πάντως για όσους θεωρούσαμε ότι «οι τεχνολογίες της καταστροφής γίνονται τόσο ισχυρές» ώστε να χτίζεται αντανακλαστικά η αποφυγή τού «να παρασυρθεί ο κόσμος στο βάραθρο» (αντιγράφουμε από το «The Age of Unpeace» του Μαρκ Λέοναρντ), η τελευταία αυτή φάση εξέλιξης της Ουκρανικής κρίσης έχει φέρει και μια γενικότερη ανώμαλη προσγείωση. Ή, τουλάχιστον, μιαν ανάγκη εκμάθησης της τέχνης της ανώμαλης προσγείωσης, ως στοιχείου της γεωπολιτικής πραγματικότητας της εποχής – και των οικονομικών, αν μη τι άλλο, επιπτώσεών της.

Μπορεί μια πρώτη σειρά ανώμαλων προσγειώσεων να ήταν προβλεπτή – τι αξίζουν οι εγγυήσεις των Μεγάλων όταν συνοδεύονται από επιμελημένη διακήρυξη μη-αμυντικής εμπλοκής τους (όλοι είδαν πώς οι διαβεβαιώσεις στήριξης της Δύσης προς το Κίεβο έριξαν το καθεστώς Ζελένσκι στα λιοντάρια, ή μάλλον στην αρκούδα). τι λειτουργία έχουν οι επαφές Κορυφής (οι πρόσωπο-με-πρόσωπο συναντήσεις Μακρόν ή Σολτς με τον Βλαντιμηρ Πούτιν). πόσο περιορισμένο αποτρεπτικό αποτέλεσμα είχε η απειλή κυρώσεων ή και οι πρώτες ουσιαστικές κυρώσεις. Ωστόσο πολύ πιο άμεσο «δάγκωμα» είχαν άλλες προσγειώσεις.

Παράδειγμα, πολύ κοντινό σ’ εμάς: η επιδέξια/market-savvy, με κάλυψη απευθείας από Μαξίμου, απομάκρυνση στην προμήθεια φυσικού αερίου από τα (ακριβά, έτσι φαίνονται στο βάθος της ύφεσης, το 2020-21) μακροπρόθεσμα συμβόλαια, υπέρ του τόσο ευχάριστου (τότε) περιβάλλοντος των αγορών spot , ήρθε τώρα και δαγκώνει. Άσχημα. Ομοίως οι καθυστερήσεις στην διαμόρφωση αποθηκευτικών χώρων για φυσικό αέριο – η καταταλαιπωρημένη υπόθεση της υπόγειας αποθήκευσης στην Καβάλα, συν οι μακρόσυρτοι χρόνοι υλοποίησης του FSRU Αλεξανδρούπολης. Ενώ η μέχρι κομπορρημοσύνης επιτάχυνση της εγκατάλειψης των λιγνιτικών μονάδων (ακόμη και της δρομολογηθείσης μόλις το 2010-11 Πτολεμαϊδας-5, με ΤΕΡΝΑ/Hitachi και με προβλεπόμενη ολοκλήρωση για φέτος!, με κόστος 1,4 δις ευρώ αλλά … χωρίς προώθηση μέσα στην Βρυξελλιανή προθεσμία του 2019 για τις αναγκαίες διαχειριστικές διαδικασίες).

Μια άλλου είδους προσγείωση είναι εκείνη με την οποία φλέρταρε ο Έλληνας Πρωθυπουργός όταν μετέβη στην έκτακτη Κορυφή της ΕΕ των «27», η οποία είχε διακηρυγμένο αντικείμενο την προσπάθεια έσχατης ώρας να διαμορφωθεί κοινός λόγος των ως άνω «27» στο φλέγον (κυριολεκτικά) Ουκρανικό και να συμφωνηθεί πλαίσιο προωθημένων κυρώσεων. Και, αφού προκαταβολικά διέγνωσε ενιαίο μέτωπο – που δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου φανερό! – έκρινε ότι οι συνθήκες ήταν κατάλληλες (α) για προώθηση Κοινού Ταμείου (από την Market Stability Reserve/από τα Δικαιώματα Εκπομπών Αερίου) και μηχανισμού για αντιστάθμιση της εκτόξευσης των ενεργειακών τιμών, (β) για από κοινού αγορά φυσικού αερίου, (γ) για έκτακτα μέτρα από κοινού στήριξης… νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Πέρα από την διάσταση της παράτασης της άρσης του Δημοσιονομικού Συμφώνου – που θα επέτρεπε την συνέχιση της δημοσιονομικής στήριξης, αλλά… από πόρους του κάθε Κράτους –  η προσπάθεια να προβληθεί ως πρότυπο κοινής δράσης η  προμήθεια των εμβολίων για τον Covid-19 (2,3 δισεκατομμύρια δόσεις) έχει μερικά προβληματάκια, ακόμη κι αν προσπεράσει κανείς το χάος περί την Astra Zeneca. Το σύννεφο σχετικά με το τελικό συνολικό κόστος των εμβολίων δεν έχει διαλυθεί (30 δις;)– πάντως δεν είναι με τίποτε συγκρίσιμο με τις διαρροές περί Κοινού Ταμείου  100 δις για ενεργειακή στήριξη. Που κι αυτό το μέγεθος δεν είναι συγκρίσιμο με το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια συνολικής ενεργειακής δαπάνης. Ακόμη περισσότερο: παρέμβαση στην καυτή διεθνή αγορά φυσικού αερίου είναι μια κίνηση που δύσκολα αποφασίζεται – ακόμη πιο δύσκολα εκτελείται (και μάλιστα υπό ακραία πίεση).

Δείτε, τώρα, τι επετεύχθη στην Κορυφή των «27». Λέει το σημείο 10 των Συμπερασμάτων: «Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ζητεί να προχωρήσουν οι εργασίες για την προετοιμασία και την [μελλοντική, προφανώς] ετοιμότητα σε όλα τα επίπεδα που καλεί την Επιτροπή να προτείνει μέτρα έκτακτης ανάγκης, μεταξύ άλλων στον τομέα της ενέργειας». Μετάφραση: τα περί στηρίξεως νοικοκυριών και επιχειρήσεων στο ράφι, οι ενεργειακοί σχεδιασμοί στο Βρυξελλιανό μέλλον.

Πέρα απ’ όλα τα άλλα, ο βαθμός ωρίμανσης της Ευρωπαϊκής ενοποίησης τον οποίο θα προϋπέθετε μια – έγκαιρη! – κοινή Ευρωπαϊκή απάντηση στην τωρινή, άμεση κρίση είναι ασύγκριτα σημαντικότερος απ’ αυτόν που απαίτησε και και το πάγωμα του Δημοσιονομικού Συμφώνου αλλά και  η ψήφιση του Ταμείου Ανάκαμψης/Next Generation ΕU που ζήσαμε το 2020-21.

Αν, δε, φθάσει κανείς στην συζήτηση περί στρατηγικής (και αμυντικής!) αυτονομίας της Ευρώπης, εκεί πλέον η προσγείωση γίνεται επώδυνη, πλην αν σχεδιάζει κανείς σε ορίζοντα δεκαετίας/δεκαετιών. Ενώ η κρίση Ουκρανίας/ενεργειακών είναι… αύριο.