«Με τι σάλτσα θα φαγωθούν» αυτή την φορά Ελλάδα και Ιταλία;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Ο ίδιος ο προ ημερών τίτλος της Handelsblatt για την προοπτική αναθεώρησης του Συμφώνου Σταθερότητας, «90 ist die neue 60 – Bruessel Kapituliert vor der traurigen Realitaet» συνδυάζει τον σαρκασμό («τα 90 είναι τα καινούργια 60») με την πικρή διατύπωση ότι οι Βρυξέλλες «συνθηκολογούν με την αξιοδάκρυτη πραγματικότητα» (όχι απολύτως ακριβές, αλλά χαρακτηριστικό για την Γερμανική οπτική). Πράγματι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή – αυτές είναι «οι Βρυξέλλες» –  συνεχίζει να διαβουλεύεται με τις πρωτεύουσες και με την ΕΚΤ για την πρόταση που θα υποβάλει προκειμένου να κινηθεί η βαριά, αργή διαδικασία του προ πολλού απαξιωμένου – στα πράγματα! –  Συμφώνου Σταθερότητας (και Ανάπτυξης: το τελευταίο σκέλος συνήθως παραβλέπεται στις αναλύσεις).

Και μπορεί στις περισσότερες χώρες η αλλαγή που προτείνεται να επέλθει στους κανόνες – δηλαδή να διατηρηθεί μεν η αρχή ότι το δημόσιο χρέος «πρέπει» να είναι κατά μέγιστον στο 60% του ΑΕΠ, αν δε υπερβαίνει την οροφή αυτή να «οφείλει» να κινηθεί προς το εν λόγω επίπεδο εντός 20ετίας, πλην όμως στις χώρες υψηλότερου χρέους/υψηλού κινδύνου να αναζητείται τρόπος προσέγγισης ενός υψηλότερου λόγου χρέους/ΑΕΠ, 90% μέσα σε μια 4ετία – να ακούγεται ως σημαντικός εξορθολογισμός. Οι επίφοβες χώρες, όμως, χωρίζονται σε δυο ομάδες: Γαλλία, Ισπανία, Βέλγιο, Πορτογαλία και Κύπρος υπερβαίνουν μεν το 90%, μπορούν όμως να προσδοκούν ότι μια πορεία προς το επίπεδο αυτό είναι εφικτή βάσει «πολυετών σχεδίων μείωσης του χρέους» (οι δυο τελευταίες, ούτως ή άλλως είχαν λειτουργήσει υπό καθεστώς Μνημονίων, οπότε… γνωρίζουν την προσέγγιση αυτή). Όμως οι άλλες δυο που περισσεύουν η – too big to fail – Ιταλία με χρέος 148% του ΑΕΠ και Ελλάδα με 186% του ΑΕΠ είναι πολύ πιο δύσκολο να αισιοδοξήσουν ότι θα πετύχουν στόχο μείωσης στο 90%, και τούτο αναζητώντας «βιώσιμη μείωση του χρέους» εντός 4ετίας σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπως αναφέρεται στην διαρροή που έγινε από την DG Ec/Fin στην Handelsblatt.

Έχει ένα στοιχείο ανακάλυψης της πραγματικότητας, η παρατήρηση της ίδιας της Επιτροπής στις (εν σχεδίω, επαναλαμβάνουμε) προτάσεις της, ότι στόχευση του 60% ή και του 90% με ταχύτερο ρυθμό – δηλαδή με πολύ πιο εκτεταμένες δημοσιονομικές περικοπές – «θα οδηγούσε απευθείας στην ύφεση» . (Σε μετάφραση: κάποιοι κατόρθωσαν επιτέλους να διαβάσουν το «και Ανάπτυξης» στο Σχέδιο Σταθερότητας…). Όμως και πάλι, και παρά το γεγονός ότι η απογείωση του πληθωρισμού για το 2022 και – το πιθανότερο – για το 2023 σε διψήφια και πάντως όλως ασύμβατα με τον στόχο «μεσοπρόθεσμα 2%» της ΕΚΤ λειτουργεί προς την κατεύθυνση ονομαστικής μείωσης του χρέους ως % του ΑΕΠ, για Ιταλία και Ελλάδα η 4ετία για μετάβαση στο 90% του ΑΕΠ μάλλον θα σήμαινε υφεσιακό σοκ. Και μάλιστα μετά την αναστολή του Συμφώνου Σταθερότητας – αρχικά λόγω πανδημίας, τώρα λόγω ενεργειακής κρίσης – που «συνήθισε» την δημοσιονομική διαχείριση των οικονομιών σε χαλαρότητα. Το δε χρέος της χώρας (με την μέχρι προ ολίγου άνετη πρόσβαση στις αγορές), σε ενάρετη, «για καλό σκοπό» – δεν λεγόταν αυτό, αλλά αυτή ήταν η εντύπωση – αύξηση.

Το ζήσαμε πολύ ζωηρά, αυτό, στην Ελλάδα των τελευταίων 3 ετών, με κυβερνητικούς παράγοντες να σεμνύνονται ότι η παρεχόμενη κατά κεφαλήν στήριξη στις περιπέτειες της εποχής ήταν η υψηλότερη (ή: ανάμεσα στις υψηλότερες) στην ΕΕ. το είδαμε να αποκρυσταλλώνεται με τον πιο γραφικό τρόπο στην αξιολόγηση του Μπάμπη Παπαδημητρίου (για τις επιδοτήσεις ενάντιος της ακρίβειας και της ενεργειακής κρίσης) ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει λειτουργήσει ως «ο μεγαλύτερος σοσιαλιστής των τελευταίων χρόνων». Και η μεν ατάκα δικαιούται να έχει γίνει viral – όμως σε Ευρωπαϊκό επίπεδο η αντίστοιχη αναφορά στο πώς θα προχωρήσει τώρα η αναθεώρηση του Συμφώνου Σταθερότητας όσον αφορά Ιταλία και Ελλάδα συνοδευόταν (από Γαλλική πηγή, αυτό) με το ερώτημα ότι τώρα θα αναζητηθεί, για τις δυο αυτές χώρες, “a quelle sauce les deux pays seront-ils mangés”. Κυριολεκτική μετάφραση, «με συνοδεία τι είδους σάλτσας θα φαγωθούν». Ψυχραιμότερα: «να δούμε τι θα κάνουμε τελικά μ’ αυτές».