Θετικοί παράγοντες και συνεχιζόμενες ανησυχίες στην πορεία της οικονομίας: ο λόγος στο ΙΟΒΕ

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Αποτελεί παράδοση στην παρουσίαση της – πολύτιμης για όποιον θέλει ψύχραιμη μια αποτίμηση της πορείας και των προοπτικών της οικονομίας – Τριμηνιαίας Έκθεσης του ΙΟΒΕ, να παίρνει πρώτος τον λόγο ο (Πρόεδρος του ΔΣ του Ιδρύματος) Τάκης Θωμόπουλος. Στην χθεσινή παρουσίαση της 4ης Τριμηνιαίας Έκθεσης για το 2022, που κλείνει την ταραχώδη περσινή χρονιά και εισάγει στην αμέσως προεκλογική προοπτική του 2023, τηρήθηκε η παράδοση. Ενώ όμως συνήθως ο πολύπειρος (ΟΟΣΑ, υποδιοίκηση ΤτΕ) Τ. Θωμόπουλος συνήθως περιορίζεται σε γενικά εισαγωγικά σχόλια, μάλλον για τη διεθνή συγκυρία και την ενσωμάτωση της Ελληνικής οικονομίας, αυτή την φορά πήρε την πρωτοβουλία να τοποθετηθεί πιο επικεντρωμένα σε δυο πεδία. Και τα δυο διαρθρωτικής φύσεως για την Ελληνική περίπτωση: την συνεχιζόμενη φοροδιαφυγή/φοροαποφυγή και τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, που και τα δυο συνεχίζουν να λειτουργούν σαν βαρίδι – γνωστό αυτό! – αλλά που ειδικά τώρα στην τωρινή φάση εύθραυστης ισορροπίας, «αν δεν βελτιωθούν στα δυο επόμενα χρόνια» θα ρισκάρουμε την όποια αναπτυξιακή προοπτική. Μάλιστα έκανε την επιλογή να αναφέρει προσωπικό παράδειγμα από το τι σημαίνει μια μεταβίβαση διαμερίσματος στην Αθήνα (πολύμηνη αναμονή, και βλέπουμε!) και αντίστοιχη στο Παρίσι. ή πάλι το ζαλιστικό ποσοστό ελεύθερων επαγγελματιών που δηλώνουν μηναίο εισόδημα μέχρι 450 ευρώ, ώστε να δείξει την έκταση του προβλήματος…

Φέρνοντας αυτού του είδους τις παρατηρήσεις δίπλα στην κυρίως παρουσίαση, του Γενικού Διευθυντή του ΙΟΒΕ Νίκου Βέττα, βλέπει κανείς γιατί οι αναφορές στην ευαίσθητη ισορροπία της φάσης που βρισκόμαστε έχουν, τελικά, μεγαλύτερη σημασία και από τις προβλέψεις των μακρο-εξελίξεων. Όπου, ας πούμε, βλέπουμε πρόβλεψη ανόδου του ΑΕΠ για το 2023 κατά 1,4% (ελαφρά υποχώρηση έναντι προηγούμενης πρόβλεψης 1,6%), με εκτίμηση για το αποτέλεσμα του 2022 στο 5,2% (επίσης σε μικρή υποχώρηση, σαφώς δε πίσω από την ισχυρή ανάκαμψη 8,1% του 2021 που σχεδόν διόρθωσε το σοκ της πανδημίας).

Την μεγέθυνση αυτή (που ελαφρά τη καρδία βαφτίζουμε συνήθως «ανάπτυξη») φέρει η κατανάλωση, με αύξηση 5,5% πέρσι και πρόβλεψη για προσγείωση στο 0,2% φέτος. Όμως η ιδιωτική κατανάλωση ήταν εκείνη που «οδηγεί» τα πράγματα με 7,7% αύξηση του 2022, αλλά προσγείωση στο +0,8% το 2023. η δημόσια κατανάλωση, με το κατ’ ανάγκην συμμάζεμα των επιδομάτων, ήδη σε αρνητικό έδαφος από πέρυσι (-1,1%), θα συνεχίσει να υποχωρεί (-2%) και φέτος. Ναι, οι επενδύσεις συνεχίζουν να δίνουν προσδοκία μέλλοντος, πλην… αποεπιταχύνουν. Από 21,7% το 2021 είμασταν στο 12,1% το 2022 και προβλέπεται ένα 8,5 για το 2023: το επενδυτικό κενό ίσως να ροκανίζεται, αλλά δεν φεύγει. Ενώ και ο αυξητικός ρυθμός των εξαγωγών φθίνει: από το 24,1% του 2021 είμαστε στο 5,4% το 2022, ήδη πάμε για 2,1% το 2023. «Μαζεύονται» και οι εισαγωγές, αλλά η παγίως υψηλότερη βάση τους δεν επιτρέπει να συγκρατηθεί το εξωτερικό έλλειμμα. (Η άλλη πλευρά του δίδυμου ελλείμματος – το δημοσιονομικό – ελπίζεται να κρατηθεί με ασκήσεις αυτοπειθαρχίας για μικρό πρωτογενές πλεόνασμα. Αυτή είναι και η σύσταση ΙΟΒΕ προς την Κυβέρνηση, με την προσθήκη η εγκατάσταση σε λογικό πρωτογενές πλεόνασμα να είναι μονιμότερη).

Αυτή η διάσταση της αποεπιτάχυνσης της ανάκαμψης – που, πάντως, παραμένει για την Ελλάδα καλύτερη από τον καταγραφόμενο μέσο όρο στην Ευρωζώνη – είχε ξεκινήσει ήδη με το γ’ 3μηνο του 2022: θα έχει σασπένς η παρακολούθηση των τελικών αποτελεσμάτων του δ’ 3μήνου σ’ έναν μήνα, να δούμε κατά πόσον η προηγούμενη μείωση ήταν τεχνικό ή ουσιαστικό φαινόμενο. Το γεγονός τώρα ότι η διεθνής συγκυρία καταγράφεται αβέβαιη προς δυσάρεστη, επηρεάζει και των εξαγωγών τον ορίζοντα κι ακόμη περισσότερο του τουριστικού ρεύματος στις προοπτικές.

Εκείνο που το ΙΟΒΕ έχει κυρίως να εισφέρει σε αισιοδοξία είναι η υπενθύμιση ότι η Ελληνική οικονομία (α) ξεκινά από χαμηλότερη βάση, (β) υπάρχει σ’ αυτήν ανεκμετάλλευτο εργατικό δυναμικό που τώρα επανέρχεται στην απασχόληση και (γ) οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης, του ΕΣΠΑ κλπ. συνεχίζουν να είναι διαθέσιμοι για κάλυψη του επενδυτικού κενού. Αντίστοιχα αισιόδοξη και η αναφορά στο ότι στα φορολογικά έσοδα εμφανίζονται θετικοί παράγοντες: το ΑΕΠ (επί του οποίου η φορολόγηση) μεγαλώνει, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές αυξάνονται, ο δε πληθωρισμός φέρνει ευδαίμονα αισθήματα στον Υπουργό Οικονομικών καθώς και οι έμμεσοι φόροι (έστω πλημμελώς εισπραττόμενοι…) υπολογίζονται πάνω σε πληθωρισμένες τιμές, και τα (όποια δηλώνονται!…) εισοδήματα ανηφορίζουν την κλίμακα.

Σε όλα αυτά, το ζητούμενο/ελπιζόμενο είναι η συνέχεια. Σε ένα – η γνώριμη επωδός! – αβέβαιο περιβάλλον.

Με την επενδυτική βαθμίδα να έχει πλέον αναχθεί σε λυδία λίθο της εποχής.