«Έχει μπει πάτος στο βαρέλι» της κτηματαγοράς;

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Την πιο πολύ αναμενόμενη διατύπωση για την αγορά των ακινήτων μετά από μια δεκαετία και πλέον πίεσης (σε συνέχεια της φούσκας-που-δεν-έλεγε-το-όνομά-της από την είσοδο στο ευρώ και μέχρι την συνειδητοποίηση της χρηματοπιστωτικής κρίσης, με την εμπειρία των Μνημονίων και του ΕΕΤΗΔΕ/ΕΝΦΙΑ, με την εξάχνωση των τραπεζών και την εγκατάσταση σε φάση «κόκκινων δανείων», πιο πρόσφατα με την ψυχρολουσία της Covid-19) την άκουσε το κοινό της 22ης Prodexpo από τον Δημ. Ανδρίτσο της Cerved Properties – θυμίζουμε ότι πριν δυο χρόνια η εταιρεία αυτή, που στηρίζεται στην ανάλυση πιστωτικού κινδύνου και δραστηριοποιείται ως CPS στην κτηματαγορά έχει αποκτήσει την Eurobank Property και τις θυγατρικές σε Ρουμανία και Σερβία. «Έχει μπει πλέον πάτος στο βαρέλι», ήταν η κωδική έκφραση, οπότε η ανοδική πορεία της αγοράς που καταγράφεται το τελευταίο διάστημα θεωρείται ότι έχει βάσεις που απομακρύνουν το φάσμα επανάληψης του παρελθόντος. Στην ίδια γραμμή κινήθηκε και ο Φ. Γιόφτσιος της Ten Brinke Hellas, η οποία συνεχίζει να τοποθετείται στην Ελληνική αγορά: αυτός παραδέχθηκε ότι η Ελλάδα έζησε μεν φούσκα στην κτηματαγορά, πλην όμως θύμισε ότι παρόμοια φαινόμενα ποτέ δεν έλλειψαν διεθνώς: θεώρησε ότι οι διαδοχικές κρίσεις δίδαξαν την αγορά, η οποία τώρα κινείται ανοδικά – αν και «υπάρχει ακόμη πολύς δρόμος» μπροστά μας.

Δεν έλλειψαν οι επισημάνσεις των αδυναμιών που παρέμειναν στον τομέα της κτηματαγοράς, με το συνεχιζόμενο – παρά τις βελτιώσεις – βάρος της γραφειοκρατίας και των αβεβαιοτήτων που αυτή προκαλεί (η αφήγηση 20ετούς διάρκειας για την αποβολή μισθωτή από ακίνητο έφερε πικρά χαμόγελα). Ενώ και διεθνή σύννεφα όπως η πολύκροτη περιπέτεια της Evergrαnde στην Κινεζική αγορά δεν αγνοήθηκαν: πρόκειται για κάτι πολύ περισσότερο από «πέταγμα της πεταλούδας» στην άλλη άκρια του κόσμου…

Το αποτύπωμα της Ευρωπαϊκής πορείας προς μια πράσινη μετάβαση – η οποία τώρα επιταχύνει ρυθμούς περί την κρίση της ενέργειας – και μάλιστα με ευρύτερη λογική κανόνων ESG, επανήλθε πολλές φορές στην συζήτηση. Ωστόσο ο Θ. Καραγιάννης της Prodea (η οποία από νωρίς «πόνταρε» στην πράσινη διάσταση) επεσήμανε προσγειωτικά την ανυπαρξία πράσινων κτιρίων στην Αττική: αυτό εξηγεί άλλωστε και την έκδοση «πράσινου ομολόγου» (300 εκατ. ευρώ, με απόδοση στο 2,3%) που εν μέρει θα κατευθυνθεί στην δημιουργία real estate νέας εποχής – μαζί και με τις αλλαγές συνηθειών στην εργασία που έφερε η εμπειρία της πανδημίας. Το πώς θα συνδυαστεί η συγκράτηση της ζήτησης χώρων γραφείων λόγω τηλεργασίας με την μετακίνηση της ζήτησης προς χώρους αναβαθμισμένων χαρακτηριστικών λόγω έντασης της κλιματικής αλλαγής, αυτό δημιουργεί μιαν δυσεπίλητη εξίσωση.

Η υπόθεση των ακινήτων του Δημοσίου – με την μεγάλη ανάπτυξη της πρώην ΠΥΡΚΑΛ στον Υμηττό για στέγαση «Κυβερνητικού Κέντρου» μέσω ΣΔΙΤ (Α. Σκέρτσος) – δεν μπορούσε να μην αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης, που ήταν ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι συνδυάστηκε με αναφορές μέχρι και σε κατεδαφίσεις κτιρίων, αντιμετώπιση του φαινομένου των εγκαταλειμμένων στο κέντρο των Αθηνών κλπ. Παρεμβαίνοντας, ο Κώστας Μπακογιάννης μίλησε για «στιγμή της Αθήνας», για να πει όμως και το εύστοχο «η Αθήνα έχει μελετηθεί όσο καμιά άλλη πόλη, χωρίς ωστόσο να έχουν προχωρήσει έργα και παρεμβάσεις».

Πάντως, στην πιο «παραδοσιακή» προσέγγιση του προβλήματος της ακίνητης περιουσίας – που, μετά την εισαγωγή του ΕΕΤΗΔΕ και την παγίωση του ΕΝΦΙΑ δεν έπαψε να επιβάλλει αναζήτηση διεξόδου από την φορολογική υπερεπιβάρυνση – προσήλθε ο αρμόδιος υφυπουργός Φορολογικής Πολιτικής Απ. Βεσυρόπουλος θέτοντας ως «πρώτη επιλογή της Κυβέρνησης την μείωση των φορολογικών συντελεστών» , και μάλιστα με την δημιουργία συστήματος αυτόματου υπολογισμού των αντικειμενικών αξιών – πλην όμως «μόλις βρεθεί δημοσιονομικός χώρος». Την προσγείωση της συζήτησης, σ’ αυτό το πεδίο, έφερε η παρέμβαση του Στρ. Παραδιά (της ΠΟΜΙΔΑ – δηλαδή του συλλογικού φορέα ιδιοκτητών ακινήτων), με την επισήμανση ότι όσο υπάρχει ο συμπληρωματικός φόρος δίπλα στον ΕΝΦΙΑ, η φορολογική επιβάρυνση του ακινήτου θα συνεχίσει να δυσλειτουργεί. Πόσο, αυτό, αμβλύνεται με το αφορολόγητο των ενδοοικογενειακών μεταβιβάσεων, όπως θεσπίστηκε απλόχερα;