H αναζήτηση μετάφρασης του transactional και η ρητορική της κυριαρχίας

του Αντώνη Δ. Παπαγιαννίδη

Την έχουμε την συνήθεια στην Ελληνική πολιτική σκηνή να εμπνεόμαστε (δηλαδή… να αντιγράφουμε) από Γαλλικές πρακτικές: ο Κωνσταντίνος Καραμανλής ευθέως μετέφερε από την Γκωλλική Ε’ Δημοκρατία στοιχεία προεδρικού συστήματος, όσο κι αν τα «ψαλίδισε» η αναθεώρηση του Συντάγματος του 1986. ο Ανδρέας Παπανδρέου όλη την έννοια της Αλλαγής και του «Eδώ και τώρα αλλαγή!» την δανείστηκε από το Μιττερανικό «Le changement, ici et maintenant», ύστερα την ΑΤΑ από την indexation SMIC. Τώρα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης πήγε να ακολουθήσει το Ολύμπιο/Jupiterien ύφος, μαζί και το τεχνοκρατικό/διαχειριστικό του Εμμανουέλ Μακρόν μέχρι την αρκετά ανώμαλη προσγείωσή του.

Καιρός λοιπόν να αρχίσουμε – στα σοβαρά όμως – να μελετούμε την διαχείριση εκείνου που προέκυψε από τις νωπές ακόμη Γαλλικές βουλευτικές εκλογές και έκανε τον μέχρι προ ημερών Jupiterien Πρόεδρο Μακρόν να ζητά από «όλες τις πολιτικές δυνάμεις, να μάθουν να κυβερνούν συλλογικά και να νομοθετούν διαφορετικά». (Ας αφήσουμε κατά μέρος τις αναφορές σε απειλή «πλήρους παράλυσης»/Le Monde, σε «θνησιγενή πενταετή θητεία» /Figaro, σε «δημοκρατικό σοκ»/Μπρυνό Λεμαίρ-ΥΠΟΙΚ)

Στις λίγο πιο προχωρημένες προσεγγίσεις, ήδη εγκαθίσταται στην πρώτη γραμμή ο όρος «gouvernance transactionelle» – εκ μεταφοράς από το αγγλοσαξωνικής, να το παραδεχθούμε, προέλευσης transactional policy-making ή και governance. Που, αν αφήσουμε κατά μέρος τα επιστημολογικά, αν μη τα ηθικά, και μείνουμε στην καθαρά πολιτική σφαίρα σημαίνει κάτι περισσότερο από την αναζήτηση συναινέσεων ή την οικοδόμηση συμμαχιών: σημαίνει διακυβέρνηση δια της δημιουργίας ad hoc συμφωνιών σε συγκεκριμένους τομείς όπου διαμορφώνονται συνθήκες προκειμένου να προχωρήσει το πράγμα. Στην αυριανή Γαλλία αυτό θα μπορούσε να σημαίνει συμφωνία των Μακρονιστών με την Δεξιά για να προχωρήσει το Ασφαλιστικό/συνταξιοδοτικό, με τους Πρασίνους για να μην κολλήσει (τελείως) η ενεργειακή μετάβαση, με τους δυο συν τα κατάλοιπα των Σοσιαλιστών αν κληθεί να δρομολογηθεί κάτι για την «Ευρώπη» που να απαιτεί και κοινοβουλευτική στήριξη (δηλαδή να μην αρκεί η προεδρική πρωτοβουλία βάσει των γκωλλικών συνταγματικών εξουσιών).

Μια τέτοια προσέγγιση έχει δυο (τουλάχιστον ) προαπαιτούμενα: ξεκαβαλλημα από το καλάμι στο οποίο ο Πρόεδρος Μακρόν είχε επιλέξει να εγκατασταθεί και πολλή-πολλή δουλειά διαπραγμάτευσης και βάσης, όπου η αλήθεια είναι ότι η νυν Πρωθυπουργός Ελιζαμπέτ  Μπορν έχει αποδεδειγμένες ικανότητες. Βέβαια… υπάρχει και μια τρίτη προϋπόθεση: σεβασμός, πειστικός σεβασμός των πολιτικών αναγκών και περιορισμών των άλλων συντελεστών του πολιτικού παιχνιδιού, με επιπρόσθετη αναβάθμιση σε επίπεδο αξίας της (ουσιαστικής) συναίνεσης. Όχι απλό. Σίγουρα όχι ευθύγραμμο.

Εδώ, ένα βήμα πίσω – σε κάτι που μας αφορά ακόμη περισσότερο, στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης. Όπου μπορεί μεν οι στάσεις κυριαρχίας των πολιτικών να μην φθάνουν σε επίπεδα Élysée, βοηθούσης και της Αριστοφανικής τάσης των Ελλήνων να ξεφουσκώνουν τους πολιτικούς οσάκις υπερβάλλουν σε ύφος, αλλά έχουμε αληθινά δίπλα μας εξωτερική πολιτική ασκούμενη από γείτονα με κατεξοχήν, συνειδητά και απροκάλυπτα transactional/συναλλακτική λογική. Εμάς μας αρέσει να παριστάνουμε ότι υποτιμούμε ως Ανατολίτικο παζάρι την Τουρκική πολιτική π.χ. απέναντι στην Ρωσία και την Ουκρανία, ή απέναντι στις ΗΠΑ, ή και έναντι της ΕΕ «μας». Όμως μήπως θάταν πιο υπεύθυνο να σημειώναμε τον συναλλακτικότατο τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα αγοράζει μεν και κρατά τους S-400 από την Ρωσία αλλά προμηθεύει με Bayraktar την Ουκρανία. ασκεί εκτός ορίων πολιτική σε Συρία και σε Λιβύη, αλλά καλείται τακτικά στις συνόδους για την Λιβύη. έρχεται σε  αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον για τα παραπάνω ή για την άρνηση να προμηθευθεί τα F-16 καθώς και για τον ιμάμη Φετουλλάχ Γκιουλέν, αλλά παρακαλείται – σταθερά – να παραμείνει στο πλευρό της Δύσης/της Συμμαχίας. βοηθείται να επαναπροσεγγίσει Ισραήλ (που κάνει την υπόθεση Μαβί Μαρμαρά να σβήνει στο παρελθόν) και την Σαουδική Αραβία του Μοχάμαντ μπιν Σαλμάν (ενεχόμενου στην δολοφονία και τεμαχισμό του δημοσιογράφου Κασόγκι). μπλοκάρει την ένταξη Φινλανδίας/Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, πλην διεκδικεί κεντρικό ρόλο στην μεθαυριανή Κορυφή της Συμμαχίας…

Δεν θα διενοείτο κανείς να πει ότι μια τέτοια, transactional προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική είναι προτιμότερη από μια πολιτική αρχών και αξιών/values-and-principles foreign policy, με σταθερές συμμαχίες κοκ. Μένει βέβαια μια εκκρεμότητα, μια διάσταση ειλικρίνειας, καθώς καμία πολιτική αρχών και αξιών δεν δείχνει π.χ. να εμπόδισε κανένα να εναγκαλισθεί τον Σαουδάραβα διάδοχο Μοχάμαντ μπιν Σαλμάν (μόνο που ο Πρόεδρος Μπάϊντεν, προσερχόμενος να ζητήσει από το Βασίλειο την αύξηση της παραγωγής αργού, δεν φωτογραφείται απευθείας με τον ΜΒS όπως είναι γνωστός στους διεθνείς κύκλους) ή, πάλι, τον Νικολά Μαδούρο της Βενεζουέλας από τον οποίο είχε επιχειρηθεί να αφαιρεθεί η διεθνής αναγνώριση υπέρ του Χουάν Γουαϊδό (και από εκεί ζητείται πετρέλαιο, τώρα, σε φάση κρίσης).

Επιστρέφοντας τώρα στην transactional προσέγγιση στο εσωτερικό πεδίο άσκησης πολιτικής, ας μείνουμε στο πώς μαθαίνεται υπό πίεση το «να κυβερνούν [οι πολιτικές δυνάμεις] συλλογικά και να νομοθετούν διαφορετικά». Μήπως αντληθεί έμπνευση από την Μακρονική περιπέτεια και την αιδήμονα εγκατάλειψη της ρητορικής της πολιτικής κυριαρχίας; Άλλη μια εκδοχή του «Ελλάς-Γαλλία»…